Monday, January 01, 2007

για ειδικούς της γενικότητας, μόνο*

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα κείμενο γενικής θεωρίας δημοσιευμένο σε 45 ενότητες για σχολιασμό και συζήτηση με ειδικούς της γενικότητας ή αλλιώς της καθαρής φιλοσοφίας, και όσους κατέχουν τη θεωρητική γλώσσα.

*(κατά το "for musicians, only", όπως συνιστούσε ένας τζαζίστας για τον δίσκο του)

Friday, August 18, 2006

[1]

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ
Υπάρχει «κάτι» πέρα από τον καθένα μας, κάποιο κριτήριο υπεράνω όλων μας, στο οποίο μπορούμε και πρέπει να στραφούμε για να προσανατολίσουμε τις κρίσεις και τις πράξεις μας βάσει του υπέρτατου νόμου και κανόνα του για να ευδοκιμήσουμε στη ζωή. Χωρίς αυτό προχωρούμε στα τυφλά, μαθαίνοντας ό,τι μαθαίνουμε μόνο από τα λάθη μας, τα οποία μπορεί κάποια στιγμή να αποβούν μοιραία αποκλείοντας μας από κάθε εκ των υστέρων γνώση. Με αυτό το «κάτι πέρα από τον καθένα μας» αναφερόμαστε σε αυτό που δεν αρχίζει και τελειώνει με εμάς, αλλά προηγείται και έπεται από εμάς. Είναι αυτό που μας υπερβαίνει και μας εμπεριέχει, αποτελώντας τον καταγωγικό νόμο, που πρέπει να σεβαστούμε, όπως και τον προαγωγικό κανόνα, που μπορούμε να έχουμε οδηγό για να μην πηγαίνουμε στα τυφλά. «Αυτό το κάτι» είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχουμε. Είναι το ύστατο «γιατί» στο οποίο καταλήγουν όλες οι ερωτήσεις μας και μένουν αναπάντητες, αφήνοντάς το να αιωρείται υπεράνω όλων των απαντήσεων μας, σαν το ανυπέρβλητο μας ερωτηματικό.

Ακόμη κι αν μπορέσουμε να βρούμε κάποτε το πώς έγινε το κάθε τι, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε το γιατί έγινε, διότι η απάντηση αυτού του «γιατί» μάς περιλαμβάνει. Είμαστε μέσα της και δεν μπορούμε να τη διακρίνουμε έξω από εμάς. Ο λόγος της ύπαρξης μας υπάρχει μέσα μας, είναι ένα και ταυτό με εμάς. Μπροστά του δεν έχουμε κανενός είδους καθρέπτη να μας δούμε, αφού η δυνατότητα του αντικαθρεφτίσματος που μας δίνει ο λόγος, έχει τον ίδιο λόγο ύπαρξης με τον λόγο της ύπαρξης μας. Εδώ, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έλλογη αντανάκλαση των πραγμάτων μέσα μας με τα είδωλα των λέξεων τους, ώστε να καταφέρουμε να δούμε εμάς και μαζί τον ίδιο τον καθρέφτη, δηλαδή τον λόγο του λόγου μας.

Τον απώτατο, ύστατο και δημιουργό λόγο όλων των λόγων ύπαρξης του κάθε τι, άρα και του δικού μας λογικού, δεν μπορούμε να τον διακρίνουμε διότι προηγείται από εμάς και τη νόηση μας, που δεν είναι παρά δημιούργημα του. Μπορούμε, όμως, να τον προϋποθέσουμε, αφού αυτός είναι η προϋπόθεση της ύπαρξης μας, όπως και να υποθέσουμε τον τρόπο που εκδηλώνεται στα πράγματα, φανερώνεται στα φαινόμενα και υπάρχει σαν «γιατί» μέσα στο «πώς», το «ποιό» και «πόσο» του κάθε τι. Σύμφωνα με τις υποθέσεις του τρόπου του, μπορούμε να κινηθούμε μες το σκοτάδι της άγνοιάς μας, χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να χτυπάμε το κεφάλι στις συνέπειες των λαθών μας για να μαθαίνουμε.

Κάτι που δεν μπορούμε να το ξέρουμε δεν μπορούμε βέβαια και να το ονομάσουμε. Κάθε όνομα που έχει δοθεί σε «αυτό το κάτι», μόνο μεταφορικά μπορεί να γίνει δεκτό. Όσοι χρησιμοποιούν λέξεις, εκφράσεις, διατυπώσεις και αφηγήσεις πιστεύοντας ότι αναφέρονται κυριολεκτικά σε «αυτό το κάτι», (κι όχι υπαινικτικά μέσω μεταφορών, θρησκευτικών ή λογικών), αυταπατώνται ή εξαπατούν, επιχειρώντας μάταια να ιδιοποιηθούν αυτό στο οποίο ανήκουν.

Δεν μπορεί να δοθεί συγκεκριμένο όνομα με ορισμένο περιεχόμενο σε «αυτό» το οποίο είναι ο όρος και η προϋπόθεση κάθε ονόματος και οποιασδήποτε ονοματοθεσίας. Μπορεί μόνο να του γίνει έμμεση αναφορά και υπαινιγμός με λέξεις όσο πιο γενικές και ουδέτερες γίνεται. Ουδέτερες από κάθε περιεχόμενο και χαρακτηρισμό, που κάποιες γενικές λέξεις έχουν αποκτήσει με τη χρήση χάνοντας τη γενικότητα τους. Γι’ αυτό, θα αποφύγουμε τη λέξη «θεός», όχι μόνο επειδή είναι αρσενικού γένους στα ελληνικά, οπότε δεν είναι ουδέτερη γραμματικά, αλλά και διότι είναι μυθοποιημένη από τη θρησκευτική της χρήση. Παρόλο που σαν λέξη σημαίνει για όλους «αυτό το κάτι», όταν την αναφέρουμε παίρνει αμέσως περιεχόμενο ανάλογα με τη θρησκευτική θέση ή αντίθεση του καθένα. Είναι προσδιορισμένη ιστορικά, διότι ακόμη και όταν την αρνούμαστε, αρνούμαστε την ιστορία της· αυτό τη σημαδεύει και τη χαρακτηρίζει καθιστώντας την μεροληπτική κι όχι γενική και ουδέτερη, όπως πρέπει.

Η λέξη Λόγος, (με λάμδα κεφαλαίο, σαν λόγος του λόγου), είναι μεν κατάλληλα γενική, αφού αναφέρεται στον λόγο ύπαρξης τού κάθε τι, δεν είναι όμως γραμματικά ουδέτερη στα ελληνικά (είναι αρσενικού γένους), και επιπλέον έχει χαρακτηριστεί από την ακαδημαϊκή χρήση της. Παρά αυτές τις επιφυλάξεις θα τη χρησιμοποιούμε, διότι έχει κάποιες συνδηλώσεις (στα ελληνικά) που ταιριάζουν αν θέλουμε να αναφερθούμε σε «αυτό το κάτι» σαν αιτία, λόγο και πρωταρχικό ερώτημα της ύπαρξης μας. Άλλες γενικές και ουδέτερες λέξεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίσταση είναι το «Όλον» ή «Άπαν» ή «Σύμπαν», το «Είναι» ή το «Ον», το «Απόλυτο», το «Αιώνιο» ή «Αέναο», και άλλες, που αναφέρονται σ’ «αυτό» χωρίς τη ματαιοδοξία να το ονομάσουν κυριολεκτικά, αλλά μάλλον να το υπαινιχθούν μέσα από έννοιες ταυτόσημες του. Τις λέξεις που άπτονται «αυτού», τις γράφουμε με αρχικά κεφαλαία, τόσο για να τις διακρίνουμε από την «καθημερινή» χρήση τους, όπου αυτές αναφέρονται σε κάτι επιμέρους (και γράφονται με μικρό αρχικό), όσο και για να δείξουμε την αναβάθμιση που επιφέρουν στο επιμέρους ανάγοντας το στο απόλυτο της καταγωγής του (π.χ. ο λόγος του λόγου είναι ο Λόγος, το όλον όλων είναι το Όλον, το είναι του είναι ανα-κεφαλαιώνεται σε Είναι, κλπ).

Η καταλληλότερη λέξη για «αυτό» είναι η λέξη Αυτό. Είναι ουδέτερη από περιεχόμενο, γένος και ιστορία. Είναι γενική, αφού κάθε τι μπορεί να υποδειχθεί σαν «αυτό», και επιπλέον, φέρει κατάλληλες συνδηλώσεις. Αναδεικνύει την ερωτηματική φύση του λογικού μας, διότι όταν την εκφέρουμε μόνη της και λέμε «Αυτό», προκαλεί αυθόρμητα την ερώτηση «ποιο αυτό;». Υποδεικνύει προσανατολισμό, αφού λέγοντας «Αυτό», είναι σαν να δείχνουμε προς τα κάπου και να λέμε «δες, αυτό είναι». Επίσης, μας δίνει τη διαβεβαίωση που χρειαζόμαστε, όταν τη λέμε κατηγορηματικά σαν «Αυτό!», υπογραμμίζοντας ότι «Αυτό είναι και τίποτε άλλο», «Αυτό» το μόνο στο οποίο μπορούμε και πρέπει να βασιστούμε.

Η αναφορά σε Αυτό είναι αναπόσπαστο στοιχείο της φύσης του ανθρώπου, όπως φαίνεται τόσο στις θρησκείες και στις κοσμοθεωρίες που έχει επινοήσει για να το προσεγγίσει, όσο και στην ίδια τη λειτουργία του λογικού του, που με τη φυσική ανάπτυξη της σαν ερωτηματοθεσία καταλήγει σε Αυτό, την απώτατη αιτία όλων των αποτελεσμάτων και το ύστατο αποτέλεσμα όλων των αιτιών. Η καταληκτική αναφορά σε Αυτό όλων των ερμηνευτικών υποσυστημάτων είναι λογική συνέπεια της ύπαρξης μας και συνέπεια της λογικής ύπαρξης μας. Ακόμη και όταν κάποιες ερμηνείες καταλήγουν στην ανυπαρξία λογικής ή τον παραλογισμό για να ερμηνεύσουν ή να μην ερμηνεύσουν την πραγματικότητα, πάλι επικαλούνται έναν έσχατο λόγο για να στηρίξουν την όποια απόφανση τους, έστω κι αν αυτός είναι η απουσία λόγου. Η λογική του ανθρώπου δεν μπορεί να λειτουργήσει ερμηνευτικά χωρίς να αναφέρεται σε Αυτό, όποιο όνομα κι αν του δίνει. Ανάλογα πώς το αντιλαμβάνεται κάθε φορά και τι πιστεύει για Αυτό, συγκροτεί μια γενική θεωρία, βάσει της οποίας ερμηνεύει συστηματικά και πράττει ειδικά. Αν ερμηνεύει και πράττει λάθος, τότε η καταγωγή του λάθους πρέπει να αναζητηθεί στη λανθασμένη αναφορά του σε Αυτό. Εφόσον η αναφορά σε Αυτό είναι φυσική τάση του ανθρώπου δεν μπορεί να λανθάνει η ίδια αυτή καθ’ αυτή. Το λάθος πρέπει να συμβαίνει όταν ο άνθρωπος δεν αναφέρεται σε Αυτό καθαρά για να αναφερθεί σε Αυτό, όπως τον οδηγεί η φύση του, αλλά για κάποιον άλλο λόγο, όπως το να αποσπάσει από Αυτό κάποια χρησιμοθηρική γνώση (επιστημονική προσέγγιση) ή μια κατευναστική ηθική (θρησκευτική προσέγγιση). Ο κόσμος που κατασκευάζει ο άνθρωπος αναφερόμενος τεχνικά και τεχνητά σε Αυτό, μπορεί να καλύπτει κάποιες ανάγκες του και να τον εφησυχάζει προσωρινά, όμως μένει μόνιμα ελλιπής, μιας και δεν τον ολοκληρώνει, αφού αφήνει ανικανοποίητη τη φυσική του ανάγκη να αναφερθεί καθαρά σε Αυτό, όσο κι αν την εφησυχάζει με υποκατάστατα. Όταν η αναφορά του σε Αυτό ικανοποιηθεί καθαρά αυτή καθ’ αυτή και συμμετάσχει ακέραια στη διαμόρφωση του κόσμου του, τότε θα μπορέσει ο άνθρωπος να ησυχάσει και να εκ-πληρωθεί. Όσο θα ζούμε σε έναν κόσμο που δεν μας συμπεριλαμβάνει ακέραια ως πλήρεις οντότητες, αφήνοντας κάτι δικό μας από έξω ανένταχτο κι ανέκφραστο, βουβό και μόνο, δεν θα μπορούμε να ταυτιστούμε με αυτόν, ούτε και να ησυχάσουμε

Saturday, August 12, 2006

[2]

Η ησυχία είναι το ζητούμενο πίσω από ό,τι λέμε, διότι αφού πούμε ό,τι έχουμε να πούμε και αφού εκφράσουμε ό,τι ανέκφραστο και βουβό μένει ακόμη μέσα μας, θα μπορούμε να αναφερόμαστε καθαρά και άμεσα σε Αυτό, που είναι το ανείπωτο, χωρίς να χρειάζεται να πούμε τίποτε που να χαλάει την εύγλωττη σιωπή του. Ο λόγος μας αναζητώντας τον λόγο του λόγου του αναζητά τη σιωπή, αφού ο Λόγος όλων των λόγων λέγοντας τα όλα δεν χρειάζεται να πει τίποτε.

Ανάλογα με αυτό που είναι η ησυχία για τον λόγο, είναι η ηρεμία για την κίνηση μας, ορίζοντας το απώτατο ζητούμενο της. Αυτό που μας κινεί είναι μια ένταση, από την οποία θέλουμε να απαλλαγούμε κινούμενοι. Η ζωή μας κινητοποιείται προς την ηρεμία με την αποφόρτιση της έντασης που νιώθουμε σαν άτομα περιττά και μόνα, εκτός του Όλου που μας εμπεριέχει και στο οποίο θέλουμε να ενταχθούμε πλήρως, να αφομοιωθούμε εν Αυτώ, απαλλαγμένοι από την ετερότητα μας και να κατακτήσουμε οριστικά την ταυτότητα μας, αυτήν που κατά καιρούς νιώθουμε με τα φευγαλέα αισθήματα της πλήρους ικανοποίησης, όπου τίποτε δεν μας λείπει. Σε κατάσταση ταυτότητας, όλα είναι εκεί μαζί με εμάς κι όλα είναι καλά, αφού τίποτε πια δεν μας χωρίζει από τον κόσμο και τον εαυτό μας· είμαστε ένα και ταυτιζόμαστε.

Η έννοια της ταυτότητας είναι, μεν, απλή και φέρει την απλότητα, αλλά, δεν είναι καθόλου απλοϊκή. Προϋποθέτει τη συνθετική διαδικασία την οποία μετέρχεται κάθε μορφή ζωής για να ολοκληρωθεί, που σημαίνει να φτάσει στην αρτιότητα της, δηλαδή στην άρθρωση όλων των μερών της σε άρτια μονάδα και στη συν-άρθρωση της μονάδας που αποτελεί με τον περιβάλλοντα της χώρο και τον ρέοντα της χρόνο σε ένα άρτιο και ακέραιο όλον.

Άμεση εικόνα της αρτιότητας έχουμε στη γύρω μας φύση, όπου τα πλάσματα της είναι άρτια και κατά μονάδες και αρθρούνται συνολικά σε ένα άρτιο, αυτάρκες και πλήρες σύστημα, στην πληρότητα του οποίου συμπεριλαμβάνεται τόσο η άρτια ένταξη της γης στο ηλιακό της σύστημα, όσο και του ηλιακού στο συμπαντικό. Η εικόνα της αρτιότητας που βλέπουμε παντού στη φύση, όπου κι αν κοιτάξουμε, μας δίνει ένα άμεσο παράδειγμα ταύτισης, βάσει του οποίου μπορούμε να μετρούμε τη δική μας ταυτοτική απόκλιση ή σύγκλιση. Αυτό που μας δίνει το μέτρο δεν είναι ένα κάποιο πλάσμα της φύσης, ως προς το οποίο να συγκριθούμε, αλλά, η σχέση κάθε φυσικού πλάσματος με τον εαυτό του και με τα άλλα γύρω του, που είναι μια σχέση πλήρους συνοχής από την οποία δεν περισσεύει τίποτε και κάθε τι είναι πλήρως ενταγμένο στο όλον, τόσο το όλον της κάθε μονάδας, όσο και του συν-όλου των μονάδων.

Αυτό που μας παραδειγματίζει στη φύση είναι η ποιότητα της σχέσης που τη διαπερνά και τη συνέχει. Στη φυσική κατάσταση των σχέσεων δεν παρεμβάλλεται καμία επιτήδευση και ό,τι γίνεται εκφράζει ακέραια κάποια φυσική αναγκαιότητα. Η ακεραιότητα των εκδηλώσεων, η αμεσότητα των εκφράσεων, ο τέλειος συγχρονισμός μέσων και σκοπών, η ταύτιση φόρμας και περιεχόμενου, παράγουν την ομορφιά και αρμονία που θαυμάζουμε στις φυσικές μορφές. Ο ρυθμός που τις διαπερνά και κανονίζει το μέσα και το έξω τους, το κλειστό και ανοιχτό τους, το κράτημα και το άφημα τους, μας δίνει το τόνο που χρειαζόμαστε για να ρυθμίσουμε κι εμείς αρμονικά τις κινήσεις μας.

Το μέτρο της φυσικότητας δίνει τον ρυθμιστικό κανόνα των κινήσεων μας, ώστε να μας συγκλίνουν ταυτοτικά κλείνοντας το χάσμα ανάμεσα στη φύση μας και στη θέση μας. Τα άλλα πλάσματα γύρω μας μπορεί να έχουν προσαρμόσει πλήρως τη θέση με τη φύση τους, αλλά το ανθρώπινο πλάσμα, ως πιο πρόσφατο και πιο σύνθετο, χρειάζεται χρόνο ακόμη μέχρι να ολοκληρωθεί και να ενταχθεί ακέραια ως άρτια μονάδα στο Όλον Αυτού.

Ο άνθρωπος είναι ένα ον που έχει ξεχωρίσει μες τη φύση για το έλλογο του στοιχείο, και κινδυνεύει να χωρίσει από αυτήν, διακινδυνεύοντας την αρτιότητα τόσο τη δική της όσο και τη δική του, αν δεν οδηγήσει αυτήν την έλλογη ετερότητα του στην ταυτότητα που της αναλογεί. Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί η λογικότητα σαν ετερότητα είναι να ανοιχτεί από την αυτοαναφορικότητα της, όπου υπολογίζει μόνο τα περιορισμένα ειδικά συμφέροντα των ανθρώπων, στην αναφορά της στο πέραν αυτής γενικό, συλλογιζόμενη Αυτό που την ξεπερνά και την καθορίζει, διότι την κινεί σαν ψυχή της, σαν λόγος του λόγου της, σαν Λόγος. Αναφερόμενη η λογικότητα σε Αυτό, εκπληρώνει τον απώτατο λόγο της ύπαρξης της. Ολοκληρώνεται λειτουργικά σαν όργανο και φτάνοντας στην οργανική αρτιότητά της ταυτοποιείται.

Ο λόγος, που μας έδωσε με την αναλυτική και συνθετική του δυνατότητα την επιστήμη και την τεχνική, αναζητεί αυθόρμητα πίσω από τις όποιες ανακαλύψεις του τον ίδιο τον λόγο του λόγου του. Είναι φυσικό αποτέλεσμα της ασίγαστης αιτιακής του λειτουργίας, αυτής που προωθεί τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος και την αιτιώδη συνάφεια των πραγμάτων στις έσχατες συνέπειες της, κλιμακώνοντας την ερωτηματοθεσία της, μέχρι να αναρωτηθεί για το απόλυτο και να ρωτήσει γιατί αναρωτιέται. Η αναφορά στο απόλυτο εμπεριέχεται μέσα στην ίδια τη λογικότητα, αφού αποτελεί τον όρο και τη συνθήκη της ύπαρξης της. Αρκεί να την εμπιστευτούμε, να την αφουγκραστούμε και να την ακολουθήσουμε με συνέπεια. Αυτή η λογική συνέπεια δεν μπορεί να αγνοηθεί, ούτε να ξεγελαστεί με κάτι άλλο, παρά να απαντηθεί ευθέως ανάλογα και σύμφωνα ακριβώς με τον τρόπο που τίθεται, δηλαδή σαν ερώτημα. Αν απαντηθεί σαν απάντηση, τότε ο λόγος θα αναζητήσει λογικά να βρει τι κρύβεται πίσω από αυτήν την απάντηση και έτσι θα φτάσει πάλι σε ερώτηση, που είναι άλλωστε και το σημείο από το οποίο ξεκίνησε· έτσι η ερωτηματικότητα σηματοδοτεί την Αρχή του.

[3]

Ο Λόγος Αυτού είναι ένα ερώτημα που απαντιέται μόνο με ένα ερώτημα. Για όλα τα άλλα ερωτήματα μπορεί να βρεθούν κάποια στιγμή απαντήσεις, αλλά Αυτό είναι αδύνατον να απαντηθεί από εμάς. Γι’ αυτό, πρέπει να μένει ως ερώτημα πάντα ανοιχτό κι έτσι να παρακινεί το λογικό μας στην εξεύρεση όλων των άλλων απαντήσεων, με την ερωτηματοθεσία του χώρου που ανοίγεται συν τω χρόνω με Αυτό μπροστά μας, φέρνοντας μας σε επαφή με την ολότητα του.

Αυτό δεν είναι ξέχωρο από τον κόσμο και το γίγνεσθαι του, αλλά είναι ο ίδιος ο κόσμος στην ολότητα του και το γίγνεσθαι στην αιωνιότητα του. Δεν βρίσκεται εκτός των πραγμάτων, αλλά παρουσιάζεται μέσω αυτών, αποτελώντας την κάθε τους στιγμή και ταυτόχρονα την αιωνιότητα από όπου πηγάζουν, στην οποία πλέουν και σε αυτήν που επιστρέφουν. Ο Λόγος Αυτού εμπεριέχεται στο κάθε τι, σαν η αιτία της ύπαρξης κάθε πράγματος, σαν ο λόγος αυτού του πράγματος. Δεν θα τον συλλάβουμε πηδώντας έξω από τα πράγματα, τον χώρο και τον χρόνο, αλλά εξερευνώντας τα ως προς Αυτό, γνωρίζοντας τα εν σχέσει με το απόλυτο του και μαθαίνοντας τον εαυτό μας στη σχέση του με αυτό.

Η ατελεύτητη και απρόσκοπτη, φυσική και αβίαστη ερωτηματοθεσία μας μπορεί να μας οδηγήσει με τις απαντήσεις που βρίσκει κοντά σε Αυτό και οι οποίες εκπορεύονται σαν ερωτήσεις από Αυτό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο πλουτίζουμε σε γνώσεις, αλλά ό,τι μαθαίνουμε είναι σύμφωνο με Αυτό και ευσταθεί. Όταν η γνώση δεν επι-στρέφεται σαν ερώτηση για το Όλον, από όπου προήλθε το επιμέρους πράγμα που εμείς καταφέραμε να γνωρίσουμε, αλλά κατακρατείται σαν δική μας απάντηση, ώστε να εκμεταλλευτούμε με αυτήν το πράγμα που μας την έδωσε, παραβαίνει την τάξη της συμπαντικής οικονομίας κατακρατώντας κάτι που δεν της ανήκει. Η τάξη αυτή όντας ασύλληπτη όπως κι Αυτό, δεν εμπίπτει στον δικό μας έλεγχο για να τη χειραγωγήσουμε και τιμωρεί αναπόφευκτα την παραβατική γνώση του ανθρώπου.

Η σύλληψη της τάξης Αυτού είναι εκτός δυνατοτήτων της συμβατικής γνώσης και βρίσκεται ακριβώς στα όρια της, εκεί, όπου η γνώση έχοντας εξαντλήσει τη γνωστική της δύναμη ανοίγεται στο άγνωστο, αποδέχεται την ασύλληπτη τάξη του και γίνεται πίστη. Η πίστη, ως υπερβατική γνώση, που (ανα)γνωρίζει το άγνωστο χωρίς να το ξέρει, έλκει σαν μαγνήτης τη γνωστικότητα να αναπτυχθεί στο πεδίο της για να γνωρίσει κι αυτή από κοντά τη μυστική γνώση της πίστης. Με αποτέλεσμα, η γνώση αναπτυσσόμενη μέσα στο ελκτικό πεδίο της πίστης να διευρύνει διαρκώς τα όρια της, χωρίς να τα παραβαίνει.

Μέσα στα διαρκώς διευρυνόμενα όρια της γνώσης, τα ονόματα και τα σύμβολα που δίνουμε στα πράγματα που γνωρίζουμε και στις σχέσεις που διαπιστώνουμε, ονομάζουν συμβατικά κάτι το υπερβατικό το οποίο πάντα θα μας διαφεύγει, που είναι το Όλον όπου είναι ενταγμένα τα πράγματα κι από όπου αναβλύζουν οι μορφές τους. Αν το παραγνωρίζουμε και νομίζουμε ότι ονομάζοντας τα πράγματα, μπορούμε και να τα ελέγξουμε, σαν να τα κατέχουμε στην ολότητα τους, αυθαιρετούμε. Μπορεί τα πράγματα να υποχωρούν προσωρινά στον αυθαίρετο γνωστικό τους εγκλωβισμό, που τα διασπά σε αναλυτικούς χαρακτηρισμούς των μερών τους για να τα ελέγχει διαιρεμένα, αλλά όταν αυτά όλα μαζί ανασυντίθενται σαν ο σύνολος κόσμος ενώπιον του δικαστηρίου της όλης και αδιαίρετης πραγματικότητας Αυτού, καταδικάζουν τον αυθαιρετούντα άνθρωπο αφαιρώντας του κάθε εξουσία. Αν δεν το καταλάβει αυτό έγκαιρα, τότε, ο άνθρωπος θα κληθεί, αργά ή γρήγορα, να επιστρέψει με τόκο όσο πλούτο απέκτησε με τη λαφυραγωγημένη γνώση της φύσης. Τα κενά της αποσπασματικής του γνώσης δεν θα μπορούν για πολύ να συγκαλύπτονται με τους δογματισμούς κάθε είδους που μετέρχεται για να ολοκληρώσει κατ’ ιδίαν και αυτάρεσκα την ερμηνεία του κόσμου, αποστομώνοντας τα ερωτήματα του λόγου του και οικειοποιούμενος καταχρηστικά Αυτό που τον υπερβαίνει και δεν θα το μάθει ποτέ, όσο κι αν θέλει να τα ξέρει όλα.

Οι απαντήσεις που έχουν δώσει όλα ανεξαιρέτως τα δόγματα, θρησκευτικά ή επιστημονικά, για να οικειοποιηθούν Αυτό παρουσιάζοντας το απαντημένο από αυτά, δεν στηρίζονται στη φυσική και λογική αλληλουχία αιτίας και αποτελέσματος, αλλά τη διακόπτουν βίαια, χωρίς να παρακολουθούν τις συνέπειες της και την κλείνουν βιαστικά επικαλούμενες κάποιον αβέβαιο κανόνα σαν συμπαντική εξίσωση τους ή κάποιο αφύσικο γεγονός σαν θεό τους. Αυτή η διακοπή της λογικής ακολουθίας επιτρέπει τον παραλογισμό να παρεισφρέει κατά καιρούς μαζικά στην τάξη των ανθρώπων προκαλώντας απώλεια νοήματος, έκπτωση γνώσεων, αταξία και καταστροφή σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό έχει ιστορικά συμβεί και δεν αποκλείεται να ξανασυμβεί, αν δεν αντιληφθούμε τη βαθύτερη αιτία αυτού του παραλογισμού· τον βιαστικό και βίαιο τερματισμό της λογικής μας ακολουθίας. Επειδή ο λόγος μας κατευθύνεται αβίαστα και από μόνος του στον Λόγο, ρέοντας μέσα από τη φυσική κοίτη των λέξεων, των προτάσεων και της λογικής τους ακολουθίας προς Αυτό, όταν διακόπτεται και φράσσεται η ροή του, υπερπηδά τα λογικά του πλαίσια πλημμυρίζοντας με παράλογα πάθη τον άνθρωπο, που με τον εξοπλισμό του μπορεί να προκαλεί υπέρμετρες καταστροφές. Η απρόσκοπτη ροή του λόγου μας είναι η μόνη που μπορεί να μας προστατεύσει από τέτοιες περιοδικές (αυτό)καταστροφές και να μας ανοίξει ασφαλή περάσματα προς την αέναη δημιουργία Αυτού, από όπου έχουμε προέλθει και όπου επιστρέφουμε περνώντας από αυτή τη γη που ζούμε.

Εφόσον το ποιο είναι Αυτό μένει σαν ερώτημα ανοιχτό και δεν φράσσεται με πρόχειρες απαντήσεις, που ανακόπτουν την ερωτηματικότητα μας οδηγώντας την πρόωρα στο τέλος της, προκαλεί το λογικό μας να κινηθεί προς συνάντησή του και το προσκαλεί σαν έρωτας. Ο έρωτας και το ερώτημα έχουν ρίζα κοινή στα ελληνικά (όπως και οι συναφείς λέξεις του «ρο», «ροή», «ρώμη» και «ρήμα»), γιατί αυτό που ερωτά ή αναρωτιέται είναι ανοικτό και αναζητά μια απάντηση, κάποιον ή κάτι να το συναντήσει, ενώ, αντίθετα, ότι είναι απαντημένο είναι και κλειστό. Εφόσον Αυτό μένει ανοιχτό στη σκέψη μας, έλκει ερωτηματικά το λογικό μας να συνευρεθεί με την ολότητά του και του δίνει χώρο ελεύθερο να αναπτυχθεί προς κάθε κατεύθυνση μέχρι να φωτίσει όλες τις πτυχές της ύπαρξης μας και να εξερευνήσει κάθε δυνατότητα, ώσπου να μας ταξιδέψει στις εσχατιές μας και εκεί να μας ενώσει με Αυτό, το πέρα από εμάς. Προσανατολισμένοι ερωτικά και ερωτηματικά σε Αυτό, όχι μόνο μαθαίνουμε, αλλά μαθαίνοντας συν-ουσιαζόμαστε την πληρότητα του, βιώνοντας την ευφορία της. Γνωρίζοντας τον κόσμο ερω(τημα)τικά, η γνώση αποκτά βιωματική και οργανική χροιά, η οποία μας αγγίζει παντού και μας ικανοποιεί συνολικά, όχι μόνο «εγκεφαλικά». Διεγείρει όλες τις πλευρές μας σε μέθεξη Αυτού που μας ξεπερνά και μας μεθά σαν έρωτας. Με την κορύφωση της συν-ουσίας Αυτού και έχοντας εξαντλήσει κάθε ετερότητα μας, αφού θα έχουμε διαθέσει όλη τη λογική μας δύναμη στον έρωτα του Λόγου Του, μπορούμε να ενταχθούμε σαν άρτια μέρη στην απλή, αυτονόητη, επαναλαμβανόμενη αρτιότητα, ολότητα και κυκλικότητα του αέναου κόσμου, όπως μας τον υποδεικνύει παραδειγματικά η γύρω μας φύση.

Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ποιο ακριβώς είναι Αυτό, όπως δεν μπορούμε να αιτιολογήσουμε ποτέ πλήρως τον έρωτα μας. Όμως, όπως στον έρωτα αν και δεν τον ξέρουμε ακριβώς, μπορούμε να διακρίνουμε τι είναι ερωτικό και τι δεν είναι, έτσι και με Αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε τι είναι αυτό που του αναλογεί, όπως η ερω(τημα)τικότητα ή άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία να μας δώσουν τη γενική κατεύθυνση και τα συγκεκριμένα πατήματα για να βαδίζουμε σωστά. Ρυθμίζοντας το σωστό ως προς Αυτό, σημαίνει ότι ρυθμίζουμε τις πράξεις και τις κρίσεις μας σαφώς ερωτηματικά, δηλαδή ως προς κάτι που δεν ξέρουμε ακόμη, και όχι ως προς κάτι που ήδη γνωρίζουμε από πριν. Αυτό απελευθερώνει το σωστό από τα λάθη του παρελθόντος και το κάνει να είναι σωστό, όχι γιατί δεν είναι λάθος, αλλά γιατί είναι σωστό.

[4]

Σωστό δεν είναι ότι δεν είναι λάθος. Σωστό είναι ότι είναι σωστό. Αν και μπορεί να μην ξέρουμε ποιο ακριβώς είναι, αλλά το ακολουθούμε με την πίστη μας σε Αυτό, που δεν γνωρίζουμε, και έτσι κινούμαστε πέρα από ό,τι ήδη έχουμε κάνει, πάθει και μάθει με τα λάθη μας, προς ό,τι δεν έχει γίνει ακόμη, αλλά μέλει να γενεί και να μαθευτεί σαν σωστό. Το σωστό βρίσκεται σε αυτό που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε ακολουθώντας την παρόρμηση του γίγνεσθαι μας. Αν αποδειχθεί στην πορεία ότι κάνουμε κάποιο λάθος, θα έχουμε μάθει το σωστό από το λάθος που θα έχουμε κάνει. Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνουμε το σωστό ενεργητικά, κάνοντας το σωστό, και όχι παθητικά, διδασκόμενοι από τα λάθη που έχουμε κάνει.

Αν περιορίζουμε το σωστό σε όσα ήδη έχουμε κάνει και στα λάθη που μας έχουν διδάξει, τότε δεν μαθαίνουμε τίποτε διαφορετικό από όσα ήδη γνωρίζουμε. Μένουμε εγκλωβισμένοι σε μια πραγματικότητα που ανακυκλώνει τα λάθη της και την οποία δεν μπορούμε να διορθώσουμε, όσο κατηγορηματικά και να την κατακρίνουμε. Η κατάκριση, που αντλεί την κατηγορηματικότητα της από τη βεβαιότητα τού ήδη γνωστού και βεβαιωμένου λάθους, αδυνατεί να συλλάβει κάτι διαφορετικό από ό,τι ήδη συμβαίνει και να τροποποιήσει την πραγματικότητα που κατακρίνει, στρέφοντας την προς έναν άλλο τρόπο πραγματοποίησης, ποιοτικά διαφορετικό. Μπορεί να αλλάζει την εσωτερική διάρθρωση του λάθους και να το κάνει, ας πούμε, δικαιότερο μοιράζοντάς το σε όλους «δημοκρατικά» (όταν κατηγορεί μόνο τους ηγέτες και όχι τους υπηκόους τους), αλλά δεν ξεριζώνει το λάθος.

Η κατηγορηματική προσωποποίηση της κατάκρισης όχι μόνο δεν ξεριζώνει το λάθος, αλλά δυναμώνει τη σχέση της κατηγορίας (του λάθους, εδώ) με τον κατηγορούμενο, γιατί τον ταυτίζει με κάτι που κάνει. Έτσι δίνουμε μια οντολογική υπόσταση στο λάθος, την οποία αυτό δεν έχει. Όταν λέμε ότι κάποιος «είναι λάθος» ή «είναι κακός» και όχι ότι «κάνει λάθος» ή «κακό», αποκλείουμε με την κατηγορηματικότητα τού «είναι» τη δυνατότητα του σωστού και του καλού. Επειδή, όμως, δεν ξέρουμε ποιό είναι το Είναι, όπως δεν ξέρουμε ποιο είναι Αυτό, δεν μπορούμε να είμαστε κατηγορηματικοί στις κατακρίσεις μας, παρά μόνο ερωτηματικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι αφήνουμε το λάθος να υφίσταται, αλλά ακριβώς επειδή υφίσταται και αποτελεί ένα δεδομένο που ήδη γνωρίζουμε, το μόνο ριζικό που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε για αυτό, είναι να το γνωστοποιήσουμε προς όσους δεν το ξέρουν ακόμη.

Το λάθος δεν διορθώνεται με το να ασχολούμαστε με αυτό, αλλά με το να κάνουμε το σωστό, όπως το πιστεύουμε, χωρίς ακόμη να το ξέρουμε, όπως ξέρουμε το λάθος· εκτός αν εμείς δεν το γνωρίζουμε, ενώ είναι γνωστό στους άλλους. Τότε, το μόνο ριζικά ανασκευαστικό που πρέπει και μπορεί να γίνει για το λάθος είναι να γνωστοποιηθεί προς όλους. Από εκεί και πέρα, τον δρόμο του σωστού τον ανοίγει η πίστη του καθένα. Εφόσον η γνώση του λάθους διαδίδεται στο σύνολο και η πράξη του σωστού αναλαμβάνεται από το άτομο, πηγαίνουμε ορθά προοδεύοντας εν Αυτώ.

Σωστός είναι ο δρόμος που οδηγεί σε καθαρό πλούτο προσφέροντας το επι-πλέον που λείπει στον καθένα για να εκ-πληρωθεί. Ο δρόμος του σωστού είναι πάντα προσοδοφόρος, διότι ακόμη και να αποδειχθεί λάθος, θα έχει κερδηθεί η γνώση του λάθους. Από την άλλη, ο λάθος δρόμος επιφέρει καθαρή ζημία, που δεν αναπληρώνεται. Είναι μια σκέτη απώλεια χρόνου, ματαίωση ενεργειών και σπατάλη μέσων, από την οποία δεν κερδίζει κανείς τίποτε, ενώ χάνουν πολλοί. Δεν κερδίζεται ούτε καν η γνώση του λάθους, διότι για να κάνεις το λάθος σημαίνει ότι το ξέρεις και παρόλα αυτά το κάνεις. Αν δεν το ξέρεις, δεν είναι λάθος, αλλά άγνοια.

Το να κάνουμε λάθος από άγνοια δεν είναι κακό, έστω και αν δεν είναι καλό όσο το να κάνουμε το σωστό κάνοντας αυτό που πιστεύουμε, παρόλο που το αγνοούμε. Επειδή όμως εν τω γίγνεσθαι δεν υπάρχει κάποια σταθερή κατάσταση μεταξύ σωστού και λάθους, στην οποία να σταθεροποιήσουμε μια ημίμετρη στάση και να βολευτούμε στην ανευθυνοϋπευθυνότητα της ημιμάθεια της, αλλά, ή θα πάμε στον σωστό δρόμο ή στον λάθος, δεν μπορούμε να επικαλούμαστε μια ζωή για άλλοθι των λαθών μας την άγνοια, εφόσον δεν έχουμε φροντίσει να μάθουμε πριν κάνουμε αυτό που πιστεύουμε. Αν μάθουμε ότι κάτι είναι λάθος κι εμείς το κάνουμε παρόλα αυτά, δεν μας δικαιολογεί καμία πίστη, γιατί η πίστη βρίσκεται πέραν του γνωστού. Μέσα στα όρια του γνωστού ή θα κάνουμε το σωστό ή το λάθος καθαρά, όπου το καθαρό λάθος σαν καθαρή απώλεια είναι κακό και το καθαρά σωστό σαν καθαρό κέρδος είναι καλό.

[5]

Το κακό υπάρχει ως κενό, ως κάτι που δεν υπάρχει, αφού εν Αυτώ τίποτε δεν μπορεί να είναι κακό, από τι στιγμή που «είναι» κάτι, άρα έχει μια θέση στην ολότητα Αυτού. Το κακό είναι το «μη-είναι». Δεν έχει καμία υπόσταση, παρά συμβαίνει σαν καθαρή απώλεια, η οποία διαγράφει δια παντός από το Είναι ό,τι είναι λάθος. Όταν λέμε ότι κάτι είναι κακό ή κάνει το κακό εννοούμε ότι επιφέρει καθαρή απώλεια, ως καθαρό λάθος, που διαπράττεται μέσα στα όρια του γνωστού. Γι’ αυτό, είναι κακό να μη μαθαίνεις αυτό που είναι γνωστό, όπως είναι και κακό να μην ανακοινώνεις αυτό που ξέρεις. Η άγνοια από μόνη της δεν είναι κακό. Κακό είναι η απόκρυψη του γνωστού, η αποσιώπηση της αλήθειας, η εσκεμμένη αμάθεια ή, ακόμη χειρότερα, η σκόπιμη παραπληροφόρηση, δηλαδή το ψέμα.

Το ψέμα είναι το χειρότερο, επειδή μπορεί να επιφέρει μεγαλύτερη απώλεια παραπληροφορώντας κάποιον και κατευθύνοντάς τον στο λάθος ενεργητικά (και όχι παθητικά, όπως όταν του αποκρύβεται η αλήθεια). Όταν λέγεται ένα ψέμα, εκλαμβάνεται εύκολα ως αλήθεια, διότι ο λόγος εκ φύσεως έχει την ιδιότητα να λέει τα πράγματα ως έχουν και όχι να παραπλανεί. Έτσι τον μαθαίνουν τα παιδιά και είναι αδύνατον να τον μάθουν διαφορετικά, τουλάχιστον στην αρχή. Βάσει της αρχικά φυσικής πειστικότητας του, έχει τη δυνατότητα να εξαπατά όταν αλλοιώνεται τεχνητά και λέει άλλα αντ’ άλλων. Η εξαπάτηση είναι η κερκόπορτα από την οποία εισχωρεί το κακό στον κόσμο των ανθρώπων ξεγελώντας τα φυσικά αντανακλαστικά του λογικού τους ελέγχου, διότι φοράει με τον λόγο τη μάσκα της αλήθειας.

Ο άνθρωπος, μαθαίνοντας το ψέμα στην πορεία, δεν βασίζεται στον λόγο και κοιτάζει άλλα στοιχεία και εκφράσεις για να διαπιστώσει αν ο λόγος αληθεύει ή ψεύδεται. Κατά συνέπεια, το ψέμα διαβρώνει την εμπιστοσύνη στον λόγο κλονίζοντας την αξιοπιστία τού μόνου μέσου που μπορεί να μεταφέρει άμεσα την έλλογη γνώση και να διαδώσει ευθέως την αλήθεια. Εξ αιτίας της φθοράς του λόγου χάνεται χρόνος στην εξακρίβωση όσων λέγονται, γεγονός που καθυστερεί την εξέλιξη του ανθρώπου γενικά, αλλά και του ατόμου ειδικά, αν και τα άτομα καταφεύγουν, συνήθως, στο ψέμα νομίζοντας ότι θα κερδίσουν χρόνο υπεκφεύγοντας της αλήθειας. Μέσα σε αυτά τα «κλεμμένα» χρονικά περιθώρια, βιάζονται να κάνουν κάτι που θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική τους θέση, ώστε μετά να παζαρέψουν την αλήθεια από θέση ισχύος. Όμως η αλήθεια είναι αναπόφευκτη και όταν επέρχεται σαρώνει τα έργα του ψεύδους, που τόση ενέργεια και τόσους πόρους ανάλωσαν μάταια. Για την πολλαπλή απώλεια που προκαλεί το ψέμα, πρέπει να καταδικάζεται ανάλογα, ενώ, η ειλικρίνεια πρέπει να επιβραβεύεται ανάλογα, σαν η μεγαλύτερη αρετή.

Η ειλικρίνεια φέρει πολλαπλά οφέλη, διότι δεν λειτουργεί θετικά μόνο με τη διάδοση της γνώσης - την οποία παρέχει στους άλλους, όποιος είναι ειλικρινής, αποκαλύπτοντας τους άμεσα την αλήθεια όσων γνωρίζει - αλλά, συντελεί και στη διεύρυνση των ορίων της γνώσης, με την περαιτέρω ανακάλυψη της αλήθειας. Όταν κάποιος είναι ειλικρινής τοποθετείται χωρίς υπεκφυγές απέναντι στον εαυτό του και τον θέτει ενώπιον της ενδόμυχης αλήθειας του, ακόμη και αν αυτή δεν συμφωνεί με ό,τι συμβαίνει και είναι κοινωνικά αποδεχτό. Έτσι μπορεί να οδηγηθεί έξω από τα όρια όσων έχουν γίνει και είναι ήδη γνωστά, προς κάτι που αυτός ακράδαντα πιστεύει ή αμετάκλητα θέλει. Έτσι, ως θαρραλέα ομολογία πίστεως, η ειλικρίνεια ωθεί τη γνώση στην υπερβατικότητα που χρειάζεται για την πρόσβαση της στην άγνωστη αλήθεια, και ως ομολογία επιθυμίας, κινητοποιεί την πράξη πέραν όσων έχουν ήδη γίνει και την ωθεί στο γίγνεσθαι εν Αυτώ.
Η ειλικρίνεια ως δικός μας τρόπος προσέγγισης της αλήθειας αποτελεί ήθος. Η αλήθεια αντιστοιχώντας άμεσα σε ό,τι όντως είναι, αποτελεί κατηγόρημα Αυτού και βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού, όπως και πέραν του σωστού και του λάθους· αυτά είναι ηθικοί χαρακτηρισμοί του ανθρώπου, που χαρακτηρίζουν θετικά ό,τι μας φέρνει σε επαφή με το είναι μας και την αλήθεια του, και αρνητικά ό,τι μας χωρίζει από αυτήν, κρατώντας μας στην άγνοια ή, ακόμη χειρότερα, μας απομακρύνει παραπλανώντας μας με το ψέμα.

Η αλήθεια τού είναι μας δεν βρίσκεται κάπου έξω από εμάς για να την πλησιάσουμε διανύοντας ένα κάποιο διάστημα χώρου, αλλά βρίσκεται μέσα μας και είναι πάντα εκεί. Γι’ αυτό, η ειλικρίνεια σηματοδοτεί την επιστροφή μας από τον μετρήσιμο χώρο στον αέναο χρόνο, προκαλώντας την καθετοποίηση της γνώσης μας και της δράσης μας στην πηγή του Είναι, και επαναφέροντας την επεκτατικότητα μας στο ερώτημα του λόγου της. Η ειλικρίνεια είναι μια ποιοτική κατηγορία θετικά προσδιορισμένη, δηλαδή καλή, επειδή σηματοδοτεί έναν θετικό τρόπο προσέγγισης του ποιοτικού ερωτήματος «ποιοί είμαστε», από το οποίο, αντίθετα, μας απομακρύνει το ψέμα, που είναι γι’ αυτό αρνητικά προσδιορισμένο, άρα κακό.

Το καλό δεν είναι μια κατάσταση ουδέτερη, ούτε η καλοσύνη μια στάση παθητική (όσο κι αν έχει υποδειχθεί έτσι από τις θρησκείες της καρτερικότητας), αλλά, ως προς την αλήθεια, κάτι πρέπει να είναι θετικό και ενεργητικό για να είναι καλό. Το καλό μάς προάγει στο σωστό άγοντας μας σε Αυτό· η καλοσύνη ενθαρρύνει την ειλικρίνεια, που μας ωθεί στο σωστό, πέρα από το ήδη γνωστό και κοινωνικά αποδεκτό, προς αυτό που πιστεύουμε και θέλουμε αληθινά, παρέχοντας μας έτσι τη δυνατότητα πρόσβασης στην αλήθεια τού είναι μας. Συναρτώντας το καλό με το σωστό και το κακό με το εγνωσμένο λάθος, συναρτούμε την ηθική με τη γνώση και την εντάσσουμε λειτουργικά στη θεωρία. Ο ρόλος της ηθικής σε αυτήν είναι να τονίζει θετικά ό,τι μας φέρνει σε επαφή με την αλήθεια και αρνητικά ό,τι μας απομακρύνει.

Ο άνθρωπος, βέβαια, έχει την ελευθερία να επιλέξει όποια κατεύθυνση θέλει, από το να αναδιπλωθεί σε ξεπερασμένες και δογματικές «ηθικές», μέχρι να φερθεί ανήθικα, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να αποφύγει τις συνέπειες των επιλογών του. Οι τεχνολογικές επιτυχίες του και η τεχνητή πραγματικότητα που κατασκεύασαν μπορεί να του έχουν δώσει τη ψευδαίσθηση αυτοκαθορισμού και να νομίζει ότι οι όροι της ύπαρξης του εξαρτώνται από τον ίδιο, αλλά αυτό δεν είναι παρά ένας παραλογισμός από τη μέθη της δύναμης του λόγου του. Σκεπτόμενος νηφάλια, ο άνθρωπος ξέρει ότι δεν μπορεί να οριστεί αφ’ εαυτού και να αυτοκαθοριστεί, διότι δεν είναι αυθύπαρκτος, όπως άλλωστε τίποτε στον κόσμο δεν υφίσταται από μόνο του και δεν μπορεί να οριστεί πλήρως και καθαρά καθ’ εαυτό και αφ’ εαυτό, αφού όλα εξαρτούν από κάτι άλλο την ύπαρξη τους. Μόνο το όλον όλων αυτών είναι αυθύπαρκτο, πλήρες και αυτάρκες, άρα το μόνο που αυτοκαθορίζεται. Όλα τα άλλα υπάρχουν και ορίζονται εν σχέσει με κάτι άλλο πέραν αυτών, με το οποίο συνδεόμενα ολοκληρώνονται και ταυτοποιούνται. Η ταυτοποίηση τους, μάλιστα, βρίσκεται στη σύνδεση τους με αυτό που τα ολοκληρώνει και όχι στην αποσύνδεση τους από ό,τι τα καταργεί. Ορίζεται θετικά και όχι αρνητικά.

Friday, August 11, 2006

[6]

Το είναι δεν είναι ό,τι δεν είναι. Το είναι είναι. Αυτό που είμαστε ορίζεται θετικά από αυτό που είμαστε και όχι από ό,τι δεν είμαστε. Όμως, αυτό που είμαστε δεν είναι το διαχωρισμένο εμείς μας, αλλά εμείς μαζί με αυτό που μας ολοκληρώνει και μας ταυτο-ποιεί, εμείς σε σύνδεση μαζί του, εμείς και (τε) αυτό (τ’αυτό). Το είναι μας δεν αποτελεί κάποιο δεδομένο, αλλά συνιστά διαρκές ζητούμενο ταύτισης μας μαζί του. Υπάρχουμε εν σχέσει με αυτό, βρισκόμαστε εν κινήσει προς αυτό, το πέρα από εμάς, ως προς το οποίο οριζόμαστε πλήρως.

Ο ορισμός είναι ανάγκη όλων των όντων, είτε ασυνείδητη και άλογη, είτε συνειδητή κι έλλογη, όπως στον άνθρωπο. Το ζητούμενο του ορισμού κάθε όντος είναι η ολοκλήρωση του λόγου της ύπαρξης του και η πλήρης ταυτοποίηση μαζί του. Δεν ξέρουμε αν ο λόγος ύπαρξης του ανθρώπου στον κόσμο είναι για να τον επαναλάβει σαν νόηση και γλώσσα, αφού είναι αδύνατον να ξέρουμε τον λόγο του λόγου του. Ένα είναι βέβαιο, ότι ο λόγος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και οδηγία της ύπαρξης του, την οποία πρέπει να ακολουθήσει στις έσχατες συνέπειες της, ώστε να εκπληρώσει τον όρο ύπαρξης του και τον ορισμό του. Αυτό τον οδηγεί λογικά στην αναζήτηση Αυτού που τον καθορίζει και τον ξεπερνά σηματοδοτώντας την απώτατη αναφορά του ανθρώπινου λόγου και το όριο του.

Η ταυτοποίηση μας ολοκληρούται όταν ξεπερνάμε τον εαυτό μας φτάνοντας τον στα όρια του. Όχι καταργώντας τον ή εκμηδενίζοντας τον (με τις θρησκείες), ούτε περιχαρακώνοντας τον (με τον ατομισμό), αλλά οδηγώντας τον στον μέγιστο βαθμό της ύπαρξης του και στα έσχατα όρια του. Εκεί, έχοντας ενσωματώσει κάθε εγγενές του στοιχείο και εκπληρώσει όλες τις προδιαγραφές του ολοκληρώνουμε τη μορφή μας και περνάμε φυσιολογικά στο αμέσως μετά από εμάς, σε Αυτό στο οποίο ανήκουμε. Όμως, για να φτάσει ο άνθρωπος εκεί, εκπληρώνοντας τον προ-ορισμό του, πρέπει να κινηθεί στο εδώ, διότι το «εκεί» είναι ακριβώς μετά το «εδώ» και βρίσκεται στο όριο του.
Για να έρθουμε σε επαφή με αυτό που μας ορίζει και αποτελεί το όριο μας, πρέπει πρώτα να διασχίσουμε το εδώ μας κινούμενοι θετικά προς αυτό που είμαστε, και όχι προσδιοριζόμενοι αρνητικά, προς τα πίσω, προς αυτό που δεν είμαστε ή αφαιρετικά, πηδώντας προς τα πάνω, υπερπηδώντας την πραγματικότητα μας, παραβλέποντας την ή απαξιώνοντας την. Ούτε πρέπει, από την άλλη, να αφήσουμε κανέναν «ρεαλισμό» να αγνοεί την ανάγκη μας να κινηθούμε προς το πέραν από εμάς και να μας καθηλώνει σε μια πραγματικότητα που δεν είμαστε εμείς, αλλά μόνο τα εγώ μας. Τόσο οι θρησκείες και οι δογματικές ιδεολογίες όσο και ο ατομισμός και ο αντι-ιδεολογικός ρεαλισμός υποπίπτουν στο σφάλμα του αφαιρετισμού, της αφαίρεσης για την αφαίρεση ή την αυτοαφαίρεση, που αφαιρεί κάτι από εμάς και την πραγματικότητα μας, μόνο και μόνο για να αφαιρέσει και όχι για να συνθέσει, παραβιάζοντας βασικούς κανόνες της λογικής μας, διότι αφήνει αναίτια και παράλογα σκοτεινό, δεν ερμηνεύει και δεν εκφράζει ένα μέρος του εαυτού μας (το υλικό ή το άυλο) απαξιώνοντας το θεωρητικά, δηλαδή, αφαιρεί κάτι από Αυτό εξαιρώντας το από την ολότητα του, πράγμα λογικά αδύνατο.

Πριν επικαλεστούμε το πέρα από εμάς, ως τον απροσπέλαστο Λόγο Αυτού, για να δικαιολογήσουμε την αδυναμία της λογικής μας, πρέπει πρώτα να εξαντλήσουμε όλες τις λογικές μας δυνατότητες να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα μας, όπως και να πραγματοποιήσουμε την ερμηνεία μας εκφράζοντας την άμεσα, τόσο θεωρητικά σαν λόγο, όσο και πρακτικά σαν πράξη, σύμφωνη με τη θεωρία μας, η οποία να τροποποιεί ανάλογα τις υλικές μας συνθήκες.

Για να αλλάξουμε την πραγματικότητα μας πρέπει να καταλάβουμε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε η πραγματικότητα μας και πάμε μαζί αυτήν, βήμα βήμα, συνδυάζοντας σκέψη και πράξη, ύλη και πνεύμα, μέχρι να διανύσουμε την απόσταση που μας χωρίζει από αυτό που μας ταυτοποιεί. Ο βηματισμός μας δεν μπορεί να γίνει μόνο με την έκταση του θεωρητικού μας σκέλους, αν δεν ακολουθείται από το πρακτικό, και αντίστροφα. Αν μείνουμε ακίνητοι σε διασκελισμό προτείνοντας μόνο το ένα σκέλος, θα χάσουμε την ισορροπία και θα πέσουμε. Αυτά τα δύο πάνε μαζί, δεν ευσταθεί καμία θεωρία αν δεν ακολουθείται από την ανάλογη της πράξη, όπως και δεν μπορούμε να κάνουμε κανένα βήμα στην πράξη, αν δεν έχουμε δει ένα βήμα μπροστά στη θεωρία. Όπως στο απόλυτο σκοτάδι ακινητοποιούμαστε, έτσι και καμία πρόοδος δεν είναι εφικτή χωρίς την ανάλογη θεωρία της. Για να προχωρήσει κάποιος μπροστά πρέπει να βλέπει (θεωρεί) μπροστά, αλλιώς μένει στάσιμος, πέφτει ή οπισθοχωρεί.

[7]

Όπως κάθε τι, έτσι και η θεωρία δεν ορίζεται αρνητικά, ως προς αυτό που δεν είναι, ως απλά αντίθετη, για παράδειγμα, στη σκοτεινή πραγματικότητα και στην τυφλή πράξη. Αν ήταν περιορισμένη στην άρνηση ή στην αντίθεση της προς τη σκοτεινή ή α-θεώρητη πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε να της ξεφύγει και να οριστεί θετικά, αφού, οριζόμενη αρνητικά από την πραγματικότητα θα εξαρτιόταν πάντα από αυτήν και έτσι δεν θα μπορούσε να μας δείξει άλλον δρόμο πέραν αυτής. Η θεωρία για να είναι θεωρία πρέπει να ορίζεται θετικά ως προς αυτό που είναι και αυτό βρίσκεται πέραν αυτής, έγκειται στα όρια της, σε αυτό που ολοκληρώνει τον ορισμό της ως λογική συγκρότηση, ήτοι στην ένωση της με τον Λόγο. Επειδή η θεωρία πρέπει εξ ορισμού να αναφέρεται στον Λόγο Αυτού για να ορίζεται ως καθαρή θεωρία, βάσει αυτής της καθοριστικής της Αρχής πρέπει να συστηματοποιεί τις πρωτ-αρχικές της έννοιες (τις πρώτες σε αναφορά προς την Αρχή της) σε πρωτ-αρχικές κατηγορίες και προτάσεις που να ερμηνεύουν την πραγματικότητα φωτίζοντας την και να ωθούν την πράξη στην πραγματο-ποίηση, πέραν των μηχανικών ή εξαναγκασμένων κινήσεων του σώματος μας.

Οι ελεύθερες, μη μηχανικές κινήσεις μας οργανώνονται σε πράξη πάντα από μια θεωρία. Αν κατευθυνόμαστε λάθος είναι γιατί θεωρούμε λάθος, κι αν βαδίζουμε σωστά είναι γιατί βλέπουμε σωστά. Η θεωρία προηγείται της πράξης εκ της φύσεως της, διότι όντας αποδεσμευμένη από την ύλη και τον χώρο, αντίθετα με την πράξη, μπορεί να αναχθεί από το μέρος στο όλον και από τη στιγμή στον χρόνο, ώστε να δείξει τα περάσματα και τις συνδέσεις που μπορούν να μας οδηγήσουν στον σωστό δρόμο, τον οποίο θα χάσουμε αν έχουμε λάθος θεωρία, δηλαδή μια θεωρία που δεν θεωρεί καθαρά και δεν λειτουργεί θετικά ως προς αυτό που είναι, αλλά υποκρίνεται ότι είναι θεωρία, ενώ δεν είναι και έτσι μπορεί να μας παραπλανά.

Η καθαρή θεωρία εστιάζει το βλέμμα της σε Αυτό, προσηλώνεται στη θέαση του γιατί είναι ερωτευμένη με τον Λόγο του, που την ξεπερνά και τη γοητεύει με την ασύλληπτη σοφία του και το α-θεώρητο απόλυτο του, που την κάνει πιστή ερωμένη του, αν και ξέρει ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να το κατακτήσει κατηγορηματικά, αλλά μόνο να σχετιστεί μαζί του ερω(τημα)τικά. Δεν είναι μια νάρκισσος θεωρία, ερωτευμένη με τον εαυτό της, ούτε είναι έμμισθη εταίρα κανενός για να φυτοζωεί στην υπηρεσία του. Αν κάποιοι την υποβιβάζουν σε τέτοιους ρόλους, το κάνουν ενάντια στη φύση της. Φυσιολογικά, είναι το ανώτατο διανόημα μας και σηματοδοτεί την αναφορά μας, ως έλλογα όντα, στον Λόγο της ύπαρξης μας.

Η καθαρή θεωρία μάς άγει στα όρια μας και μας φέρνει σε επαφή με Αυτό ανοίγοντας περάσματα στον Λόγο του και πρόσβαση στη σοφία του για να ερμηνεύσουμε σωστά και να πράξουμε ορθά, ώστε να εκπληρωθούμε. Εφόσον η ερμηνεία και η πράξη την ακολουθούν με συνέπεια, ωθούν την πραγματικότητα πέρα από τα όποια κλειστά και αυτό-αναφορικά υποσυστήματα τη συγκροτούν, συγκρατώντας την συνάμα σε μια κατάσταση έλλειψης, διότι παρουσιάζουν τον ελλιπή εαυτό τους ως το πλήρες στο οποίο αναφερόμενοι μπορούμε να εκπληρωθούμε, ενώ πλήρες είναι μόνο Αυτό, το πέρα από εμάς, στο οποίο μόνο αν ανοιχτούμε θεωρητικά μετέχουμε της πληρότητας του. Μόνο η θεωρία που αναφέρεται καθαρά σε Αυτό και σε τίποτε λιγότερο και μερικότερο της ολότητας του, μπορεί να συλλάβει το γενικό που πρέπει να ακολουθούν οι επιμέρους πράξεις μας, για να προαχθεί η πραγματικότητα μας εν Αυτώ.

Αν και η καθαρά γενική θεωρία μπορεί να παρακινείται από την εμπειρία της πραγματικότητας, δεν μένει ποτέ σε αυτήν, αλλά αναζητεί την ολοκλήρωση της πέραν αυτής. Μπορεί να ξεκινάει από την ερμηνεία της επιμέρους πραγματικότητας βάσει των πρωταρχικών της εννοιών (ως καθαρών διανοημάτων τής φυσικής σκέψης του ανθρώπου), αλλά, μετά, συνθέτει εξ αυτών και της εμπειρίας της ανώτερες συλλήψεις και πρωταρχικές κατηγορίες αναφερόμενη καθαρά σε Αυτό, βάσει των οποίων στη συνέχεια προάγει την ερμηνεία και την πράξη φανερώνοντας τες τους απώτερους λόγους των πραγμάτων. Ο φυσικός της ρόλος, αν και καθαρά ηγετικός, δεν είναι καθόλου ηγεμονικός, διότι λειτουργώντας φυσιολογικά η ίδια, άγει την πράξη στο πέραν αυτής, σε Αυτό, στο οποίο αναφέρεται κι αυτή· δεν υποτάσσει την πράξη στον εαυτό της αυτοαναφερόμενη ναρκισσιστικά και διαστρέφοντας τη φυσική ηγετικότητα της σε αρρωστημένο ηγεμονισμό.

Η θεωρία, σχετιζόμενη τόσο στενά και άμεσα με την πράξη, είναι πράξη αφ’ εαυτής και, ανάλογα, η πράξη είναι θεωρία. Συγχρονίζοντας θεωρία και πράξη προχωράμε τόσο όσο βλέπουμε και βλέπουμε όσο προχωράμε. Καμία υπερπήδηση αυτής της σχέσης δεν μπορεί να μας χαρίσει το φως εξ αποκαλύψεως ή τη λύτρωση εκ θαύματος. Επειδή Αυτό δεν κατοικεί εκτός των πραγμάτων, μόνο ερμηνεύοντας την πραγματικότητα μπορούμε να εμβαθύνουμε τις γνώσεις μας στην ουσία Αυτού και υποθέτοντας τον Λόγο του να θέσουμε τους κανόνες βάσει των οποίων να κινηθούμε σωστά. Στρέφοντας την προσοχή μας στην πραγματικότητα μπορούμε να διακρίνουμε σε τι συνίσταται η ενόχληση μας από αυτήν, η οποία μπορεί να είναι τόση, ώστε πολλοί να θέλουν να αποδράσουν εκτός της και να βρουν καταφύγιο στην αγκαλιά ενός ά-τοπου «θεού», ενώ αυτός, ως Αυτό, βρίσκεται εδώ και τώρα, όντας η ίδια η πραγματικότητα.

[8]

Όλα τα πράγματα μαζί και το καθένα ξεχωριστά είναι Αυτό, ακόμη κι αν ο άνθρωπος πρέπει να αθροίσει στον εαυτό του τη δυσφορία της αποσπασματικότητας του και να την προσθέσει στην κλασματική ύπαρξη του, για να φτάσει σαν πλήρη μονάδα στην ολότητα Αυτού. Ανάλογα και η πραγματικότητά μας, είναι μεν Αυτό, αλλά αθροίζει δυσφορία για να το φτάσει. Αν πρέπει να την αλλάξουμε πρέπει για να την τροποποιήσουμε σαν σύνθεση, ώστε να αυξήσουμε το ποσοστό της ευφορίας εντός της και να μειώσουμε της δυσφορίας. Όχι γιατί δεν τη δεχόμαστε, αρνούμενοι την πλήρη παρουσία Αυτού σε αυτήν, οπότε τείνουμε αφαιρετικά στο μη πραγματικό για να λυτρωθούμε. Αυτό είναι η εύκολη λύση, που αποφεύγει το πρόβλημα για το πώς φτιάχνουμε εμείς την πραγματικότητα μας και το μετατρέπει σε πρόβλημα του απόλυτου, λες και Αυτό έχει κάποια έλλειψη και δεν είναι παντού και πάντα, οπότε λόγω της προβληματικής παρουσίας του στην πραγματικότητα μας να αναζητείται κάπου εκτός αυτής. Βέβαια, Αυτό δεν έχει κανένα πρόβλημα, ούτε υπάρχει κάποιο ρήγμα στο απόλυτο της παρουσίας του, από όπου να διαρρέει εκτός της πραγματικότητας μας. Το απόλυτο δεν μπορεί να έχει πρόβλημα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σχετικό της ύπαρξης μας· στη σχέση, στον τρόπο και στην ποιότητα της συνάρτησης της ως μέρους με το όλον και ως στιγμής με τον χρόνο.

Στο απόλυτο όλα είναι εδώ και τώρα, σε ένα ολόκληρο, μοναδικό και αέναο παρόν, από όπου δεν περισσεύει τίποτε, ούτε λείπει κάτι. Δεν μας χρειάζεται καθόλου για να υπάρχει. Δεν επαφίεται σε εμάς να πούμε ή να κάνουμε κάτι για Αυτό, ενώ είμαστε ήδη σε Αυτό και βιώνουμε το απόλυτο του, που βρίσκεται μέσα μας και μας οδηγεί στη ζωή. Το μόνο που μπορούμε είναι να το αποδεχτούμε, να το ανα-γνωρίσουμε και να το εκφράσουμε ειλικρινά και γενναία, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, τροποποιώντας ανάλογα τα δεδομένα της γνώσης μας και της πραγματικότητας μας, χωρίς να φοβόμαστε κανέναν από εμάς, ώστε να είμαστε σε άμεση επαφή με Αυτό.

Άμεσο χαρακτηριστικό Αυτού είναι η πληρότητα και η ολότητα, ως εκ τούτου δεν υπάρχει τίποτε που να μην αποτελεί από μόνο του μια πλήρη μονάδα κι ένα όλον, να μη συντελεί σε μια ολότητα και να συντελείται εντός αυτής, αφού Αυτό ευρισκόμενο σαν όλον παντού, βρίσκεται ολόκληρο και μέσα στο κάθε τι ολοκληρώνοντας το. Φαινομενικά, λοιπόν, μοιάζει σαν παράδοξο η ύπαρξη της δυσφορίας μας για την πραγματικότητα, δηλαδή για Αυτό το ίδιο. Όμως, η δυσφορία μας δεν αφορά την πραγματικότητα του πραγματοποιημένου κόσμου, αλλά του απραγματοποίητου εαυτού μας.

Απραγματοποίητο είναι ό,τι δεν έχουμε ακόμη κάνει πράξη, ενώ μπορούμε να το κάνουμε, ώστε η πραγματικότητα μας να ολοκληρώνεται έτσι που να μη μας λείπει κάτι, και τίποτε να μη μας εμποδίζει από την επαφή μας με Αυτό, αλλά να είμαστε «ένα και ταυτό», εκπληρώνοντας τον λόγο της ύπαρξης μας. Όμως, Αυτό δεν επιτρέπει κανένα κενό, κανένα στερητικό «μη», «όχι» ή «α»-πραγματοποίητο να υφίσταται εκτός της πραγματικότητας του, αφού ως απόλυτο τα εμπεριέχει όλα στην ολότητά του. Έτσι, το μη πραγματοποιημένο μέρος μας καλύπτεται από την πραγματικότητα της δυσφορίας μας, που αθροιζόμενη στον εν μέρει πραγματοποιημένο εαυτό μας δίνει σαν άθροισμα την ολόκληρη μονάδα που είμαστε εν Αυτώ. Άρα, δεν υπάρχει αντίφαση όταν λέμε ότι Αυτό είναι η πραγματικότητα και την ίδια στιγμή ότι μας ενοχλεί η πραγματικότητα μας. Αντίθετα, Αυτό είναι η αιτία αυτής της δυσφορίας, η οποία έρχεται να συμπληρώσει το κενό μας, να ολοκληρώσει τη λειψή μας πραγματικότητα και να καλύψει την απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τον εαυτό μας, ως αρνητικό αίσθημα που μας πιέζει να την ξεπεράσουμε και να ταυτοποιηθούμε για να απαλλαγούμε από αυτό.

Μπορούμε να εγκλωβιστούμε στο ήδη υπάρχον καθεστώς πραγματικότητας, μέχρι να πλημμυρίσουμε από δυσφορία και να βουλιάξουμε στα συμπτώματα της ή να το τροποποιήσουμε και να το ανοίξουμε στο γίγνεσθαι μας, που οδηγώντας μας στη συν-ουσιαστική ολοκλήρωση μας εν Αυτώ, μας γεννά ευ-φορία, (φέροντας μας ευ, καλώς, προς Αυτό). Η ευφορία, αντί μας αθροίζει στατικά σε μονάδα, όπως κάνει η δυσφορία, μας ολοκληρώνει δυναμικά προκαλώντας ανοίγματα στην πράξη ώστε να ξεπεράσει την πραγματικότητα πραγματοποιώντας μας περαιτέρω στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης μας. Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχή, με το δίπολο των αισθημάτων της ευφορίας και της δυσφορίας της, μας οδηγεί σε Αυτό από όπου πηγάζει και η ίδια.

[9]

Η ψυχή είναι η υπέρτατη ενότητα, που μας δίνει τη ζωή ενώνοντας μας άμεσα με Αυτό, την πηγή των πάντων. Ως η καθοριστική ενότητα της ζωής, δεν είναι απλά μια μηχανική σύνθεση των μερών που μας απαρτίζουν σαν ζώντες οργανισμούς, αλλά αποτελεί την πεμπτουσία της ένωσης τους, τον λόγο για τον οποίο συντίθενται και το αποτέλεσμα αυτής της σύνθεσης. Η κατάρρευση των κομβικών σημείων της σύνθεσης μας, όπως των ζωτικών μας οργάνων, προκαλεί απώλεια της ενότητας, δηλαδή της ψυχής και επιφέρει τον θάνατο, ως τον οριστικό χωρισμό. Πεθαίνοντας το άτομο διαχωρίζεται οριστικά εις τα εξ ων συνετέθει. Το άυλο μέρος του, που αποτελεί το πνεύμα του, εκπνέει, ενώ, το υλικό, που αποτελεί το σώμα του, αποσαθρούται.

Το πνεύμα μας αποτελείται από τον λόγο (λειτουργικό σύστημα του νου μας) και τη θεωρία (προϊόν της λειτουργίας του νοητικού μας συστήματος). Ο λόγος, σαν λειτουργικό σύστημα, είναι κοινός σε όλους τους ανθρώπους. Η θεωρία διαφοροποιείται στον καθένα χωριστά, ανάλογα με το πώς συνειδητοποιεί και συσχετίζει τα διάφορα ερεθίσματα που δέχεται όσο ζει. Λόγος και θεωρία μαζί διαμορφώνουν στο σύνολο τους το πνεύμα, το άυλο μέρος του ανθρώπου, που χαρακτηρίζει κάθε άτομο χωριστά, δίνοντας του τη ξεχωριστή του προσωπικότητα, η οποία εκπνέει με τον θάνατο του. Το πνεύμα είναι κατά βάση προϊόν του εγκεφάλου, όπου εδράζει ο νους. Βασίζεται, λοιπόν, σε κάτι υλικό για να υπάρχει. Δεν υφίσταται άνευ της υλικής υποδομής του και γι’ αυτό δεν μπορεί να μετακομίζει κάπου αλλού, όταν η υλική μας υπόσταση διαλύεται και αποσαθρούται. Απλά, παύει να υπάρχει.

Η ψυχή, όντας η ζωογόνος ενότητα, παύει να υπάρχει, φυσικά, στο άτομο, μόλις επέρχεται ο οριστικός χωρισμός του κι αρχίζει ακαριαία η αποσύνθεση του. Όμως, η ψυχή παύει μόνο κατ’ άτομο, όταν δεν εκδηλώνεται πια εντός του σαν ενότητα και το άτομο διαλύεται· συνεχίζει να υπάρχει πέραν του συγκεκριμένου ατόμου, ως ψυχή, όπως συνεχίζει να υπάρχει και ζωή μετά τον θάνατο κάποιου. Η ψυχή, όπως και η ζωή, δεν αποτελούν ατομικά χαρακτηριστικά. Η ψυχή υπερέχει του ατόμου εκ της γενικότητας της, η οποία περιέχει το άτομο και όχι το άτομο αυτήν, για αυτό δεν πεθαίνει ποτέ μαζί του. Αυτή η υπερατομική αιωνιότητα της ψυχής έχει δημιουργήσει την παρεξήγηση της αθανασίας τής ατομικής ψυχής. Αυτό που είναι αθάνατο είναι η ψυχή αυτή καθαυτή, διότι όντας το άκρο αντίθετο του θανάτου δεν μπορεί να τον εμπεριέχει, άρα είναι α-θάνατη. Με άλλα λόγια, η ψυχή είναι μια γενική ιδιότητα που χαρακτηρίζει τη ζωή κι όχι ιδιοκτησία κανενός για να την πάρει μαζί του φεύγοντας από τη ζωή. Ως καθαρά γενική, είναι άμεση ιδιότητα Αυτού, του Γένους όλων, στη γενικότητα του οποίου ανήκει το κάθε τι, που αν υπάρχει σαν κάτι ξεχωριστό υπάρχει εξ’ Αυτού και δι΄ Αυτό, γι’ αυτό, για αυτόν τον λόγο.

Η ψυχή και Αυτό είναι ένα και ταυτό, αφού Αυτό όντας ο λόγος όλων είναι και λόγος της ψυχής, που όντας λόγος της ζωής, είναι ένα και ταυτό με Αυτό, στο οποίο οφείλεται η ζωή, όπως και κάθε τι. Αυτή η ταυτολογία και άλλες ανάλογες της (όπως Λόγου και Αυτού, Αυτού και Είναι, κλπ.) είναι ασύλληπτη για εμάς, λόγω του οντολογικού έτερο-καθορισμού μας. Παρόλα αυτά, μπορούμε λογικά να την υποθέσουμε, αφού ό,τι δεν σχετίζεται με κάτι άλλο για να υπάρξει, αλλά υπάρχει καθαρά αφ΄ εαυτό, ως απόλυτο, είναι ταυτόσημο με Αυτό, το μόνο πλήρες αυτό καθ’ αυτό, άρα του αρμόζει η ταυτολογία. Η ψυχή δεν σχετίζεται, ούτε ενώνεται με κάτι έτερο για να υπάρξει, αλλά είναι η ίδια η καθαρή σχέση της ενότητας. Όντας έννοια απόλυτη και καθαρή ταυτίζεται με Αυτό, όπως και κάθε απόλυτη έννοια που δεν επιμερίζεται. Ό,τι δεν αποτελεί μέρος κάποιου πράγματος, αλλά συνιστά όλον και ολότητα από μόνο του, είναι ένα και ταυτό με Αυτό, που είναι το Όλον.

Όπως Αυτό είναι παντού ίδιο και δεν επιμερίζεται, ούτε διασπάται, έτσι και η ψυχή είναι ίδια σε όλους μας. Ως πάντα ίδια, είναι αναλλοίωτη στα χρόνια. Δεν γερνάει μαζί τους, αλλά σαν ένα γυαλιστερό τόπι τούς ξεγλιστράει και αιωρείται ανάμεσα μας όποια ηλικία και να έχουμε, κάνοντας μας όλους σαν ένα αιώνιο παιδί που πηδάει μαγεμένο να πιάσει το άπιαστο τόπι της. Η ψυχή παίζοντας ανάμεσα μας, μας ενώνει όλους στο ίδιο παιχνίδι συνέχοντας τον ένα με τον άλλο και περνώντας από τον ένα στο άλλον με την ένωση του αρσενικού και του θηλυκού και με τη γέννηση μιας νέας ζωής.
Η ψυχή, όντας ενότητα των μερών σε ένα μοναδικό και ενιαίο όλον, παίζει τον ρόλο Αυτού εντός μας, συμπληρώνοντας κάθε κενό, απ-ουσία και διαχωρισμό μας με δυσφορία, και επιβραβεύοντας κάθε κίνηση ενότητας, εκπλήρωσης και συν-ουσίας μας με ευφορία. Διότι, η ψυχή είναι μεν άπιαστη και ασύλληπτη στην ουσία της, όπως Αυτό, αλλά όπως κι Αυτό, έχει τον τρόπο να παρουσιάζεται σε εμάς, που είναι το συναίσθημα.

Το συναίσθημα, ως ψυχική έκφραση, δεν εδράζει αποκλειστικά στην καρδιά ή τον εγκέφαλο ή αλλού, αλλά σε όλα αυτά μαζί, αφού σαν έκφραση ενότητας βρίσκεται ανάμεσα τους και τα συνέχει. Εισακούοντας τα συναισθήματα μας ειδοποιούμαστε για το πως να ρυθμίσουμε τις κινήσεις μας, ώστε να συμβαδίζουν με την φορά της ζωής μας, όπως την εντέλλει Αυτό μέσω της ψυχής μας. Αν κωφεύουμε στα συναισθήματα μας, μη υπακούοντας στις εντολές τους, από κάποιο τραυματικό ψυχαναγκασμό, ή μη εκφράζοντας τα, από κάποιο εξωτερικό εξαναγκασμό, τότε, αυτά αντιδρούν ανάλογα με την πίεση που δέχονται. Άλλοτε πλημμυρίζουν και μας πνίγουν σε μια αδιέξοδη θλίψη (κατάθλιψη) ή σε μια βασανιστική υπερδιέγερση (μανία). Άλλοτε κλιμακώνονται σε εσωτερική κραυγή, που αν δεν την εκφράσουμε εκρήγνυται διαλύοντας το λογικό μας (παράνοια ή σχιζοφρένεια). Γενικά, όσα ονομάζουμε ψυχολογικά προβλήματα δεν είναι παρά οξείς ενοχλήσεις της ψυχής, σαν ενότητας, από διαχωριστικές πράξεις και διασπαστικά βιώματα μας. Ενοχλήσεις που δεν τις εισακούσαμε και δεν τις σχετίσαμε, μέσω της συνείδησης, με τον λόγο μας, ώστε να τις δώσουμε έκφραση και διέξοδο.

Το βασικό δίπολο συν και πλην της κίνησης μας είναι ευθέως ανάλογο με το ευ- και δυσ- των διπολικών αισθημάτων της ψυχής μας (ευ-φορίας και δυσ-φορίας, ευ-αρέσκειας και δυσ-αρέσκειας, ευ-τυχίας και δυσ-τυχίας), που μας δίνουν το παράγγελμα «εν-δυο» για τον σωστό βηματισμό μας στη ζωή. Η δυσφορία μάς δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά και πρέπει να απομακρυνθούμε από εκεί που βρισκόμαστε. Η ευφορία συγχαίρει τη σωστή μας πορεία προωθώντας μας σε αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχή συνδράμει στις αποφάσεις μας, ώστε να μας οδηγούν στη σωστή κατεύθυνση. Γι’ αυτό, αν και πρέπει να ακολουθούμε άφοβα τη λογική στις έσχατες συνέπειες της, για να συναντηθούμε με τον Λόγο Αυτού, δεν πρέπει να το κάνουμε χωρίς συναίσθημα, αλλά με μέτρο ακριβώς το συναίσθημα, όπως μας το υποδεικνύει η ψυχή μας. Η λογική μάς φέρνει σε επαφή με τον Λόγο και το συναίσθημα με τη ψυχή, οπότε, ακολουθώντας τόσο τη λογική όσο και το συναίσθημα, τείνουμε στην ολοκλήρωση μας εν Αυτώ, όπου ψυχή και Λόγος είναι ένα και ταυτό.

Η ψυχή όντας ενότητα παρακινεί τα δύο κάθετα υποστασιακά μας σκέλη, το υλικό και το άυλο, σε οριζόντια αλληλουχία για τον ισόρροπο βηματισμό μας προς την ολοκλήρωση. Η δισυπόστατη ύπαρξη μας, (όπως φαίνεται στα δυαδικά ζεύγη λογικής και συναισθήματος, σώματος και πνεύματος, θεωρίας και πράξης, κλπ.), τείνει με την ενοποίηση της, μέσω της ψυχής, προς κάτι τρίτο και ενιαίο πέραν του υποστασιακού δυισμού της. Η ενωτική τάση της ψυχής ωθεί σε αλληλουχία τα δυαδικά μας στοιχεία, που αλληλεχόμενα μάς κινούν προς τα κάπου· αυτό είναι κάτι το τρίτο, το οποίο εκτός από αποτέλεσμα της συν-κίνησης των δύο μερών, είναι συνάμα και αιτία της κίνησης τους, αποτελώντας το διαρκές ζητούμενο κάθε σχέσης ανάμεσα σε δύο μέρη. Η δυναμική τριαδικότητα που συστήνεται ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, το υλικό και το άυλο, με την ώθηση της ψυχής κινεί κάθε τι διττό σε αλληλουχία και το κατευθύνει στην ενωτική του υπέρβαση προς κάτι πέραν αυτού, κάτι το τρίτο.

Η διαρκής αναφορά στο τρίτο σηματοδοτεί ένα σταθερό σημείο πέρα από εμάς, πέρα από το εγώ και το εσύ, οδηγώντας μας προς κάτι άλλο, προς αυτό στο οποίο μας παρακινεί το γίγνεσθαι μας. Χωρίς αυτό και τη δυναμική του παγιδευόμαστε σε μια άγονη αντιπαράθεση με την πραγματικότητα που ζούμε, βιώνοντας σπαραχτικά τον δυισμό της, ενώ, αντίθετα, το γίγνεσθαι μας με τη διαρκή αναφορά του στο τρίτο, μας εισάγει στην ασύλληπτη τριαδικότητα Αυτού, που είναι πέρα από εμάς (οι οποίοι είμαστε, ας πούμε, το ένα) και την πραγματικότητα μας (το δύο), το οποίο, όμως, μας εμπεριέχει (ως τρίτο, αλλά και ως ένα συν δύο).

Thursday, August 10, 2006

[10[

Επειδή ό,τι κάνουμε τείνει σε Αυτό εκ των πραγμάτων, θέλουμε δεν θέλουμε, όσο πιο συνειδητά το θέλουμε, συναρτώντας τη δυαδικότητά μας σε σκόπιμη αλληλουχία με κατεύθυνση το πέραν αυτής τρίτο, τόσο πιο εύφορη και ευφορική γίνεται η ζωή μας. Η συνείδηση, ως η γεφυροποιός λειτουργία του λόγου, μπορεί να συσχετίσει τα ερεθίσματα μας σε μια ενιαία αντίληψη, η οποία σχετίζοντας το μέρος μας με το όλον στο οποίο εντάσσεται, να πείσει και να παρακινήσει την επιμέρους πρακτική μας να ενταχθεί ηθελημένα στο γίγνεσθαι και όχι αναγκαστικά εκ των πραγμάτων. Τείνοντας άμεσα και με τη θέληση μας προς αυτό που είμαστε αναγκασμένοι μετά να ακολουθήσουμε, κερδίζουμε χρόνο κι αυτό το χρονικό κέρδος είναι ο βιωματικός μας πλούτος.

Με το να κερδίζουμε χρόνο δεν εννοούμε κάποια ποσοτική αύξηση του χρόνου ζωής που έχουμε στη διάθεση μας (σαν να κερδίζουμε παραπάνω ώρες από τις εικοσιτέσσερις που έχει η μέρα μας), αλλά την ποιοτική εκ-πλήρωση του χρόνου μας, με τις ώρες μας να γεμίζουν από το νόημα της ζωής μας, μέσω της συνειδητοποίησης της, που μας συνδέει με το γίγνεσθαι μας. Με τη συνείδηση συμμετέχουμε στη ζωή και ο χρόνος δεν είναι κάτι που κινείται ερήμην μας. Μάλιστα, όσο μεγαλύτερη η συνειδητοποίηση, τόσο πλουσιότερο το βίωμα μας. Ο βιωματικός πλούτος δεν είναι κάτι εξωτερικό ή ποσοτικό· δεν βρίσκεται έξω από εμάς (σε κάποιο περιουσιακό μας στοιχείο), ούτε σε κάποιο μετά, αλλά συνίσταται στην πλήρη και συνειδητή παρουσία μας στο εδώ και τώρα· αυτό ακριβώς είναι το κέρδος του χρόνου. Η συνείδηση μάς επι-στρέφει διαρκώς στο παρόν μας, συνδέοντας μας με τον ρέοντα χρόνο του, ώστε να νιώθουμε την αναγκαιότητα του γίγνεσθαι και να συγχρονιζόμαστε εκούσια μαζί του· ειδάλλως, η ζωή σέρνεται από αυτό, σύρεται πίσω από την ανάγκη και τρέχει αγχωμένη να καλύψει τα κενά όπου καταβαραθρώνονται οι αστόχαστες και ασυνείδητες πράξεις μας ματαιώνοντας τις προσπάθειες μας.

Η ματαίωση εισάγει στη ζωή μας το κακό, ως καθαρό κενό, το οποίο αδειάζει τον χρόνο μας από κάθε νόημα προκαλώντας βιωματικά χάσματα στην ύπαρξη μας. Αν έχουμε να πούμε κάτι κατηγορηματικά εναντίον του τρόπου που συμβαίνουν τα πράγματα μεταξύ μας, είναι ότι αναπαράγουν τη ματαιότητα επιτρέποντας την παρουσία του κακού στη ζωή μας, ήτοι την παρουσία της απουσίας, γεγονός απαράδεκτο. Ας το συνειδητοποιήσουμε, για να μη ξανασυμβεί. Όταν καταστρέφεται ό,τι κάνουμε και δεν μαθαίνουμε τίποτε από αυτό, γιατί το κάνουμε καθαρά λάθος, αυτό συμβαίνει στα κενά της συνείδησης μας, διότι όταν είμαστε αποσυνδεδεμένοι από αυτήν, τη γεφυροποιό λειτουργία του λόγου μας, δεν μαθαίνουμε τίποτε από αυτό που ήδη γνωρίζουμε.

Αν δεν μεσολαβεί η συνείδηση, οι επιθυμίες μάς κατακλύζουν με ερεθίσματα ασύνδετα από τη λογική και για αυτό συχνά αντιφατικά· ενώ, η συνείδηση μπορεί να τα οργανώσει βάσει της κοινής αναφοράς τους στο τρίτο, στο οποίο στοχεύουν τελικά όλες οι επιθυμίες μας, διότι ακόμη και οι πιο εφήμερες ή ποταπές δεν αρκούνται στην πρόσκαιρη ικανοποίηση τού εγώ ως εγώ, αλλά προσβλέπουν στην ευφορία της γόνιμης συνεύρεσης τού εγώ με κάτι άλλο και του παραγωγικού συν-περάσματος αυτών των δύο προς κάτι τρίτο, ως κοινό τους έργο.

Το γίγνεσθαι μας ευφορείται όταν Αυτό μένει ανοιχτό ως ερωτηματικό επιτρέποντας όλες τις δυνατές συνδέσεις που θα μας οδηγήσουν πέρα από εμάς, στο τρίτο, το ένα και ταυτό, χωρίς να προκαταλαμβάνει τίποτε και κανέναν. Έτσι, προτρέπει τον καθένα από εμάς να κάνει τη δική του ευρηματική σύνδεση αναπτύσσοντας χωριστά την προσωπική του συνείδηση σαν ακόμη μια δυνατότητα στην κοινή μας προσπάθεια για ταυτοποίηση. Η ευφορία του ερω(τημα)τικού ανοίγματος παρακινεί τον καθένα και όλους μαζί σε ένα πλούσιο, ποικίλο και πολλαπλό ξεδίπλωμα του εγώ μας στο πέραν αυτού, στο εν, σαν το τρίτο που τα περιέχει όλα και μας εν-περιέχει.

Στο άνοιγμα μας προς κάθε δυνατότητα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι Αυτό είναι πάντα εν, ακόμη και σαν τρίτο. Δεν διαιρείται, ούτε επιμερίζεται, αφού όντας το Όλον εν-ο-ποιεί κάθε διαίρεση, ποικιλία και επιμερισμό. Γι’ αυτό δεν είναι σχετικό και υποκειμενικό κατά την κρίση καθενός, παρά συνιστά το απόλυτο Εν, μοναδικό και κοινό σε όλους, στο οποίο πρέπει να συγκλίνουν οι ατομικές μας προσπάθειες και τα πορίσματα των ερευνών μας.

Ακόμη κι αν Αυτό είναι αόριστο και άπιαστο πρέπει να παραμένει το μόνιμο ζητούμενο μας, που θα ορίζει σταθερά ό,τι δεν ξέρουμε ακόμη και θα μας προορίζει να το μάθουμε. Μόνο στο τέλος των γνώσεων μας μπορούμε να γνωρίσουμε τον προορισμό μας. Όχι πριν από αυτό, και όχι εντός της περιορισμένης γνώσης όπου μας συγκρατούν οι απαντήσεις που συγκροτούν την υφιστάμενη πραγματικότητα μας. Όντας σταθερά ανοιχτοί προς Αυτό, ως μόνιμο και σταθερό ερωτηματικό μας, μπορούμε να ξεφύγουμε από την αδράνεια της προ-απαντημένης πραγματικότητας μας και να υπερνικήσουμε τις αντιστάσεις της. Εφόσον τη διευρύνουμε τόσο ώστε να μας περιλαμβάνει, ορίζουμε τότε μιαν άλλη πραγματικότητα, την οποία θα κληθούν μετά να την υπερβούν οι επόμενοι από εμάς και την πραγματικότητα αυτών οι δικοί τους επόμενοι και ούτω καθ’ εξής, μέχρι να πραγματοποιηθεί η συνειδητή επιθυμία κάθε ανθρώπου και να μην υπάρχει το απραγματοποίητο υπόλοιπο κανενός να αμφισβητεί την ολοκληρωμένη πραγματικότητα όλων. Τότε μόνο θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε την πραγματικότητα μας ως αυτονόητη. Μέχρι τότε, το μόνο που μπορούμε και πρέπει, είναι να τη δεχόμαστε κριτικά, σαν βάση των προσπαθειών μας για την υπέρβαση της.

Η κριτική υπέρβαση της πραγματικότητάς μας σημαίνει ότι τη δεχόμαστε εν μέρει, για αυτό και την κρίνουμε, αλλά δεν την αποδεχόμαστε συνολικά, γι’ αυτό και τείνουμε στην υπέρβαση της. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ανοιχτούμε σταθερά ερω(τημα)τικά προς Αυτό, παραμερίζοντας όσες απόψεις μάς αποθαρρύνουν με τον συμβατικό ρεαλισμό τους ή μας παθητικοποιούν με τις θεολογίες και τις ιδεολογίες που μας υπόσχονται τον παράδεισο σε κάποιο επέκεινα. Η κριτική υπέρβαση της πραγματικότητας δεν υπόσχεται κάποιον παράδεισο εκτός της πραγματικότητας, ούτε παρουσιάζει την πραγματικότητα που ζούμε σαν το μόνο εφικτό παράδεισο. Αν υπάρχει κάποιος παράδεισος, με την έννοια της τέλειας και τελειωμένης συν-ύπαρξης μας, αυτός είναι αναμφισβήτητα υπαρκτός. Υπάρχει μέσα μας σαν ευχή που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Πραγματοποιώντας την πραγματοποιούμαστε πραγματοποιώντας τον παράδεισο μας.

Η ευχή αντιπροσωπεύει μιαν απώτερη επιθυμία, η οποία κινείται στα όρια του πραγματικού και γι’ αυτό μπορεί να τα διευρύνει, ενώ, οι επιθυμίες που κινούνται εντός των ορίων της υφιστάμενης πραγματικότητας μας, ζητώντας ικανοποίηση μέσα στα πλαίσια τους, μάς δεσμεύουν σε αυτά· αν, όμως, τις παρακολουθήσουμε στην έσχατη συνέπεια τους, θα συναντήσουμε εκεί μιαν ευχή που μας καλεί σε υπέρβαση. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, μπορούμε να συγκεντρώσουμε τις επιθυμίες μας στην πραγματοποίηση της ευχής στην οποία συγκλίνουν όλες τείνοντας πέραν αυτών προς κάτι το τρίτο. Η συγκέντρωση των επιθυμιών μπορεί να μας δώσει τη δύναμη να πραγματοποιήσουμε το απραγματοποίητο, ενώ, ο διασκορπισμός τους μας κρατάει δέσμιους της υφιστάμενης πραγματικότητας. Όσο ισχυρή κι αν είναι η δύναμη της βούλησης, από την οποία πηγάζουν οι επιθυμίες, χρειάζεται ένα όραμα να την προσανατολίζει και μια ευχή να την οδηγεί στη συνάντησή της με Αυτό, από όπου πηγάζει και η ίδια. Αλλιώς, είναι μια δύναμη τυφλή που προκαλεί ανταγωνισμούς και καταστροφές, όχι μόνο για τους εμπλεκόμενους, αλλά και για το περιβάλλον τους. Στην ανεξέλεγκτη δύναμη της επιβάλλονται οι περιορισμοί και τα «πρέπει», όχι όμως με μια συντηρητική ηθική που να την ευνουχίζει, αλλά με μια γόνιμη ηθική που να συντελεί στον εκούσιο έλεγχο της βούλησης και στη συνειδητή δέσμευση της σε εκείνην την επιθυμία που οδηγεί στην εκπλήρωση τής απώτερης της ευχής.

[11]

Η επιθυμία είναι το πρώτο βήμα του γίγνεσθαι μας. Χωρίς αυτήν μένουμε στάσιμοι σε ένα καθεστώς ανάγκης. Μόνο η επιθυμία μπορεί να μας κινητοποιήσει προσανατολίζοντας τη βούληση μας προς το αντικείμενο της φαντασίας της. Αρκεί βέβαια να είναι σταθερά προσανατολισμένη σε αυτό, με το οποίο η συνάντηση παράγει εκείνο το τρίτο που ευχόμαστε, και να μη σκορπίζεται καθ’ οδόν. Για αυτό, το αμέσως επόμενο που χρειάζεται η επιθυμία είναι η δέσμευση μας σε αυτήν, εφόσον αυτή βέβαια άπτεται μιας απώτερης μας ευχής, ενώ, χρειάζεται να δεσμευόμαστε όλο και περισσότερο σε αυτήν, εφόσον υλοποιείται δεσμευμένη με κάτι άλλο δίνοντας μορφή σε κάτι τρίτο, είτε αυτό είναι ένα παιδί, είτε ένα έργο ή μια σχέση. Μετά την απελευθέρωση της επιθυμίας να ακολουθεί το χρέος μας απέναντι της, αν θέλουμε να γίνει κάτι, οτιδήποτε. Αυτό είναι ένας κανόνας διαμόρφωσης και νόμος του γίγνεσθαι μας, προς τον οποίο πρέπει να συμμορφωνόμαστε, για να είμαστε αποτελεσματικοί σε ό,τι κάνουμε, συγκεντρώνοντας τις επιθυμίες μας στην επίτευξη της ολοκλήρωσης μας με την πλήρη ταυτοποίηση μας.

Όταν μιλάμε για ολοκλήρωση με την πλήρη ταυτοποίηση μας, εκφράζουμε μάλλον μια ευχή και κάνουμε μια προς-ευχή, παρά μια ασφαλή πρόβλεψη με κάποιο χρονοδιάγραμμα και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δεν ξέρουμε πού, πότε και πώς είναι αυτός ο «παράδεισος», ούτε, τι βρίσκεται εκεί ή τι γίνεται μετά. Ξέρουμε μόνο ότι το παρόν που ζούμε, όντας ελλειπές, μας ωθεί, μέσω των επιθυμιών μας, να κινηθούμε προς την ολοκλήρωση μας και αυτή βρίσκεται εκεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι το εδώ και τώρα μας είναι υποθηκευμένο εξ ολοκλήρου σε ένα απώτερο μέλλον όπου θα μπορέσουμε να ευτυχήσουμε, όταν το φτάσουμε δουλεύοντας σκληρά, εντωμεταξύ, μέχρι να πληρωθούμε για τα βάσανα μας, τότε, με μια πλέρια ευτυχία τοκισμένη πλουσιοπάροχα με το δυσβάστακτο επιτόκιο της παρούσας δυστυχίας μας.

Ο χρόνος ζωής που έχουμε στη διάθεσή μας δεν είναι διαιρέσιμο, ανταλλάξιμο και μετατρέψιμο αγαθό· δεν έχει μια κάποια τιμή, αλλά αποτελεί καθαρή αξία, διότι εκπορεύεται άμεσα από Αυτό και διατίθεται σε εμάς ως δωρεά, χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας που να μας δικαιοδοτούν να τον εμπορευτούμε εκχωρώντας τα δικαιώματά του σε κάποιον άλλο ή μεταθέτοντας τον στο μέλλον. Η ώθηση για ολοκλήρωση αφορά την παρούσα ζωή του καθένα και είναι αυτή που τον παρωθεί να κινηθεί δυναμικά, γιατί ο καθένας ξέρει, κατά βάθος, ότι ο χρόνος της ζωής του δεν μπορεί να μετατεθεί και πρέπει να διεκδικήσει τον βιωματικό του πλούτο στο παρόν. Στον βαθμό που κερδίζει το παρόν του γεμίζοντας το με νόημα, ευφορείται και ικανοποιείται άμεσα εδώ και τώρα· κάτι που δεν θα το ζούσε ποτέ έμμεσα ή δια αντιπροσώπου, επενδύοντας διαρκώς σε ένα μετά που δεν θα γινόταν ποτέ τώρα.

Το πεπερασμένο του ατόμου ξεπερνιέται σαν περιορισμός του και αυτό συνευρίσκεται με Αυτό, όταν κινούμενο ευφορικά από τον έρωτα του όλου Του, διαθέτει όλες τις δυνάμεις του για να το συναντήσει κι έτσι εξαντλείται εξαντλώντας την περατότητα του και ανοίγοντας την στην απεραντοσύνη Αυτού. Μόνο εξαντλώντας τον εαυτό μας, και όχι καταργώντας τον, μετέχουμε της ουσίας Αυτού και τη συν-ουσια-ζόμαστε φέρνοντας τον «παράδεισο» της πλήρους ταυτοποίησής μας από το απώτατο μέλλον στο άμεσο παρόν, όπου αυτός, σαν ευχή, είναι κάθε στιγμή ζητούμενος, γιατί είναι αίτημα της ψυχής, που είναι συνεχώς παρούσα στον καθένα μας που ζει. Ως διαρκώς ζητούμενος είναι συνεχώς εφικτός, εφόσον ξανοιγόμαστε στο εν-ο-ποιητικό ρεύμα της ψυχής μας, υπερβαίνοντας τα ασυνεχή όρια που μας χωρίζουν.

Υπερβαίνοντας τα μεταξύ μας όρια περνάμε σε κάτι κοινό, όπου δεν υπάρχει ιδιωτικός «παράδεισος» για κανέναν, παρά μια κοινή πορεία προς αυτόν, στην οποία κανείς δεν μπορεί να μείνει πίσω. Αν κάποιο άτομο ευνοηθεί και φτάσει κάποια στιγμή στην υπέρβαση των ορίων του, τότε το αμέσως επόμενο που θα συναντήσει φτάνοντας στον προσωπικό του παράδεισο δεν θα είναι άλλος από τον διπλανό του και την «κόλαση» του, την οποία δεν μπορεί να αγνοήσει για πολύ και να ευτυχήσει κατ’ ιδίαν. Στο τέλος, η πορεία προς την ολοκλήρωσή μας δεν μπορεί παρά να είναι κοινή. Κατ’ αρχήν, όμως, πρέπει να φτάσει ο καθένας χωριστά στα όρια του και να τα υπερβεί, για να περάσει φυσιολογικά, μετά, στο κοινό όριο όλων και να αναμετρηθεί με αυτό. Προωθώντας ο καθένας τον εαυτό του στα όρια του παίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, το ρόλο μιας γενικής προόδου, της οποίας αν περιμένει παθητικά τα επιτεύγματα για να ευνοηθεί έμμεσα, μάλλον θα ατυχήσει. Αν ενεργοποιηθεί προσωπικά για να εκπληρώσει άμεσα το εγώ του, πριν περάσει στο εμείς, έχει όλες τις πιθανότητες με το μέρος του.

Μπορεί κάποιος να νιώθει πλήρης κι ευδαίμων από μόνος του, στο παρόν του, αν έχει καλύψει τα κενά της συνείδησης του γεμίζοντας την ύπαρξη του με νόημα, ώστε μετά να ξεχειλίσει σαν ειλικρινή έγνοια για τον διπλανό του. Τότε νοιαζόμαστε ουσιαστικά για τον διπλανό μας, όταν έχουμε πρώτα γεμίσει τον εαυτό μας ουσία, εξαντλώντας τον στην συν-ουσία Αυτού, ενώ, δεν προσφέρουμε κάτι ουσιαστικό στον πλησίον όταν ασχολούμαστε μαζί του για να απαλλαγούμε από εμάς. Κανονικά, η κοινωνική συνέχεια μας με τον άλλον και η συναισθηματική διαστολή μας προς αυτόν είναι αβίαστο προϊόν της βούλησης μας και συνέπεια του κοινού μας λόγου, όπως καθοδηγείται ενωτικά από τη ψυχή μας. Η κοινωνικότητα δεν ευδοκιμεί σαν αποτέλεσμα της αναστολής ή της καταστολής των επιθυμιών μας, αλλά, της ευφορικής τους κλιμάκωσης μέχρι να φτάσουν στην πραγματοποίηση της απώτερης τους ευχής. Η κοινωνία μας δεν μπορεί να είναι γόνιμη σαν μηχανισμός συμβιβασμού και καταπίεσης του ατόμου, αλλά, αντίθετα, προβιβασμού του στον μέγιστο δυνατό του βαθμό και ανοίγματος του στο πέραν αυτού, στον άλλον.

[12]

Αφού το πέραν από εμάς είναι Αυτό, τότε, όταν το πέραν από το εγώ είναι ο άλλος, αυτός είναι σαν κι Αυτό, οπότε αν τον συναντήσω επί της ουσίας του, είναι σαν να έρχομαι ουσιαστικά σε επαφή με Αυτό. Αν δούμε αυτήν την προοπτική, ο άλλος αντί για κόλαση μας, μετατρέπεται στον παράδεισο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα μας, όπως και ο διπλανός μας. Αρκεί να διαβούμε τα όρια που μας χωρίζουν, που προϋποθέτει να φτάσει ο καθένας χωριστά στα δικά του.

Προοπτικά, ο άλλος είναι Αυτό, όπως και κάθε τι, αφού Αυτό βρίσκεται παντού και πάντα, γι’ αυτό είναι εδώ και τώρα, και όχι σε κάποιο επέκεινα, εκτός πραγμάτων, στο οποίο να απευθυνθούμε για να το συναντήσουμε. Από την άλλη, η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα Αυτού, δεν μας απαγορεύει να αμφισβητήσουμε την πραγματικότητα που ζούμε, στον βαθμό που αυτή συμψηφίζει τη δυσφορία μας για να φτάσει στο άθροισμα της πλήρους πραγματικότητας Αυτού. Μάλιστα, μας παρωθεί, μέσω της ψυχής μας, σε έμπρακτη αμφισβήτηση του ήδη υπάρχοντος, μέχρι να συμπεριλάβει πλήρως την ύπαρξη μας. Ανάλογα, μπορούμε και πρέπει να αμφισβητούμε τον άλλο, τον διπλανό μας εν Αυτώ, όταν αναπαράγει τη δυσφορία σαν συμπλήρωμα του ελλιπούς του εγώ, για να αυτό-ολοκληρωθεί προσθέτοντας στον άρρωστο εγωισμό του τα συμπτώματα τη αρρώστιας του, αντί να θεραπευτεί ανοίγοντας τον ποιητικά στο Όλον Αυτού.

Η πραγματο-ποίηση μας με την κριτική υπέρβαση της πραγματικότητας είναι η μόνη «ρεαλιστική» στάση, όντας συνάμα υπερβατική χωρίς να καταφεύγει στον μύθο και στην ουτοπία. Έχει σημασία, βέβαια, να ξέρουμε για ποια πραγματικότητα μιλάμε. Μιλώντας για την πραγματικότητα γενικά, περιλαμβανομένης και αυτής των άλλων όντων εκτός του ανθρώπου, την οποία δεν μπορούμε πραγματικά να ξέρουμε, είναι σαν να μιλάμε γι’ Αυτό, το γενικό, το οποίο είναι αδύνατον γνωρίζουμε. Λογικά, δικαιούμαστε να μιλάμε μόνο για τη δική μας πραγματικότητα, αυτήν που ξέρουμε και στον βαθμό που τη γνωρίζουμε. Άλλωστε, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι που αγνοούμε, εκτός αν το μάθουμε.

Ό,τι γνωρίζουμε από την πραγματικότητα, δηλαδή η δική μας πραγματικότητα, είναι οι απαντήσεις που έχουν δοθεί μέχρι τώρα και τη συγκροτούν σε σώμα. Η πραγματικότητα του ανθρώπου, όντας διαμορφωμένη σε μεγάλο βαθμό από αυτόν, είναι έλλογη, όσο είναι κι αυτός. Αφού κάθε δημιουργική μας πράξη (όχι καταναλωτική ή μιμητική) στηρίζεται σε κάποια θεωρία, το συνολικό αποτέλεσμα των πράξεων μας, δηλαδή η πραγματικότητά μας, είναι προϊόν αυτής της θεωρίας και αποτελεί το εμπράγματο και διατυπωμένο σύνολο των απαντήσεων της. Το σύνολο αυτών των απαντήσεων συνιστά το ήδη γνωστό σε εμάς. Αυτό μπορεί να ικανοποιεί ως ένα βαθμό τον λόγο μας, αλλά δεν αρκεί να τον ολοκληρώσει γιατί έχει κενά, που ο λόγος μας τείνοντας προς τον πλήρη Λόγο του, δεν τα δέχεται. Τα κενά τού ήδη γνωστού αφορούν τόσο τη γνώση τού έξω κόσμου, ως αντικείμενου μας, όσο και του εσωτερικού μας, ως υποκείμενου. Αντικειμενικά, το ήδη γνωστό είναι ελλιπές διότι η γνώση δεν έχει εξερευνήσει ακόμη όλα τα αντικείμενα της. Υποκειμενικά, διότι δεν έχει συμπεριλάβει στην υπάρχουσα γνώση όλους εμάς τους παρόντες και τη δική μας ανάγκη πραγματοποίησης, την οποία ακόμη δεν γνωρίζει, από τη στιγμή που αποτελούμε νέα δεδομένα δεν έχουν δηλώσει την παρουσία τους. Το αν η γνώση θα μας συμπεριλάβει ενσωματώνοντας μας πλήρως στο σώμα των απαντήσεων που συγκροτούν την πραγματικότητα, εξαρτάται από εμάς τους ίδιους, αφού εμείς είμαστε τώρα η πραγματικότητα· έχει φτάσει στα χέρια μας και μας έχει παραδοθεί από τους πριν από εμάς, οι οποίοι έχοντας πια πεθάνει δεν είναι υπεύθυνοι πλέον για αυτήν. Αν, λοιπόν, η πραγματικότητα μάς αγνοεί, είναι γιατί αποδεχόμαστε εμείς οι ίδιοι αυτήν την άγνοια της κατά παράβαση της έλλογης φύσης μας, φοβούμενοι παραλόγως τους πεθαμένους και αποδεχόμενοι άκριτα τα κενά της παραδομένης γνώσης τους, ενώ, φυσιολογικά, αν δεν φοβόμασταν, η έλλογη φύση μας θα έτεινε να καλύψει τα κενά της γνώσης ωθώντας τη νόηση μας πέραν του ήδη γνωστού, προς το άγνωστο.

Αμφισβητώντας την υφιστάμενη πραγματικότητα δεν την αρνούμαστε ολοκληρωτικά, απαρνούμενοι όλη την προηγούμενη γνώση, στον βαθμό που αυτή, ως βεβαιωμένη εκ των πραγμάτων γνώση, μας δίνει την ασφάλεια που χρειαζόμαστε από το εγνωσμένο παρελθόν, για να αναμετρηθούμε με το αβέβαιο μέλλον. Την αμφισβητούμε στον βαθμό που μας προκαταλαμβάνει, ισχυριζόμενη πως γνωρίζει κάτι το οποίο αγνοεί. Όταν το ήδη γνωστό ισχυρίζεται ότι κατέχει τη γνώση Αυτού, απευθύνεται μάλλον σε υπηκόους παρά σε γνωστικά υποκείμενα και αποσκοπεί να υποτάξει τη γνωστική δύναμη των ζώντων στον δικό του ισχυρισμό. Όταν η παραδομένη πραγματικότητα παρουσιάζει τη γνώση που διαθέτει σαν ολοκληρωμένη στα ουσιώδη και απαντημένη στα βασικά μας ερωτήματα, έχοντας απάντηση ακόμη και για Αυτό, το έσχατο και ανυπέρβλητο μας ερωτηματικό, μας αποκλείει από το να γνωρίσουμε κάτι διαφορετικό· όντας θεωρητικά ολοκληρωτική συμβάλλει στον πολιτικό μας αποκλεισμό, αποκλείοντας μας κάθε δυνατότητα για την περαιτέρω έλλογη διαμόρφωση της.

Όταν Αυτό μένει ως έχει, άγνωστο και ανώνυμο, ανοιχτό και ερωτηματικό, καλεί τη σκέψη του ανθρώπου να το συναντήσει ενεργοποιώντας τη διανοητική του δύναμη. Η ενεργοποίηση αυτή συμβαίνει με το σώμα και υποστηρίζεται από τη ψυχή του, που το ενθαρρύνει να ενεργοποιηθεί εγκεφαλικά και να ακολουθήσει άφοβα με τον ενεργοποιημένο του νου τη λογική του ακολουθία για να ενωθεί με τον Λόγο του. Εφόσον μένουμε ανοιχτοί και ρωτάμε, δεχόμενοι ταυτόχρονα τη βεβαιωμένη γνώση σαν βάση της κίνησης μας μπροστά, μπορούμε να προχωρήσουμε θαρραλέα στο άγνωστο, με την παρακίνηση της ψυχής μας, που μας οδηγεί να ενωθούμε με Αυτό. Η αξιολόγηση των κινήσεων μας έγκειται στην κρίση της διαρκούς τριαδικότητας του λόγου, της ψυχής και του σώματος μας, που συνεδριάζει σε κάθε μας πράξη και αποφαίνεται για το σωστό της ή το λάθος. Ο λόγος, όπως ξεδιπλώνει τη λογική του ακολουθία τείνοντας μας στον Λόγο, η ψυχή, όπως μας οδηγεί στην αέναη ενότητα επιστρέφοντας μας στην πηγή των πάντων, και το σώμα, που υλοποιεί την έλλογη ενότητα μας, είναι οι αδέκαστοι κριτές τής εν τω γίγνεσθαι τριαδικότητας μας, της οποίας την ομόφωνη γνώμη πρέπει να έχουμε σε ό,τι κάνουμε για να πηγαίνουμε σωστά. Το άνοιγμα της σκέψης, με οδηγό τη ψυχή, υλοποιείται από το σώμα σε πράξη προάγοντας την υλο-ποίηση μας πέραν της υφιστάμενης πραγματικότητας, ήτοι της ήδη υλοποιημένης σκέψης, αλλά πάντα βάσει αυτής και πάντα λαμβάνοντας υπόψη την ύλη σαν την απαραίτητη συνιστώσα της.

Η ύλη, με τις δυνάμεις συνοχής της, μπορεί από τη μια να σημαίνει αδράνεια και βάρος για το γίγνεσθαι μας, από την άλλη, όμως, δίνει σταθερότητα, συνεκτικότητα και συγκεκριμένη μορφή στις ενέργειες μας. Όχι μόνο δεν πρέπει να αγνοείται, αλλά να διεκδικείται από το πνεύμα μας, ώστε να ανοίξει στις νοητικές προβολές του και να τους δώσει υπόσταση. Αν η ύλη μας είναι από μόνη της μια άμορφη δύναμη, το πνεύμα τής δίνει τη δυνατότητα να πάρει μορφή. Αν το πνεύμα μας είναι μια απραγματοποίητη δυνατότητα, η ύλη του δίνει τη δύναμη να πραγματο-ποιηθεί. Η αμοιβαία ανταλλαγή τους και η γόνιμη ενοποίηση τους, με τις ευχές της ψυχής μας, παράγει τις μορφές που μας προάγουν στο αέναο γίγνεσθαι της φύσης, εντάσσοντας μας στη φορά του κύκλου της και κυκλο-φορώντας μας έτσι που ό,τι κάνουμε να αποτελεί ταυτόχρονα υλοποιημένο πνεύμα και πνευματοποιημένη ύλη.

[13]

Οι έννοιες που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε την αφηρημένη γενικότητα των καταστάσεων και σχέσεων που αναπτύσσονται και μας αναπτύσσουν κατά την υλοποίηση του πνεύματος μας και την πνευματοποίηση της ύλης μας, συνέχονται μεταξύ τους ανταλλάσοντας αμοιβαία την ουσία τους καθ’ ολοκληρία ταυτιζόμενες πλήρως εν Αυτώ, όπου φτάνουν κλιμακώνοντας τη συνεύρεση του μέχρι τον οργασμό που τις ολοκληρώνει. Οι έννοιες κλιμακώνονται αναγόμενες ερω(τημα)τικά στο απόλυτο ζητούμενο τους και στο ζητούμενο του απόλυτου τους, συν-ουσιαζόμενες ως προς αυτό μεταξύ τους και παράγοντας, ως τρίτο, μιαν αναβαθμισμένη έννοια και αυτή μετά με μιαν άλλη μια τρίτη, μέχρι να φτάσουν στην κορύφωση της κλίμακας τους με ολοκληρωμένες έννοιες Αυτού, ως καθαρές και άμεσες εκφράσεις του Λόγου του. Τότε, αυτές μπορούν να ταυτίζονται μεταξύ τους, διότι άπτονται άμεσα του απόλυτου και το απόλυτο δεν έχει κάτι άλλο πέραν αυτού για να οριστεί ως προς αυτό, είναι τ-Αυτό.

Μόνο εν τ-Αυτώ είναι όλα ίδια κι απαράλλαχτα. Πριν από Αυτό, οι έννοιες πρέπει να ολοκληρώσουν το χωριστό τους νόημα, να διασχίσουν τα πυκνά νεφελώματα ύλης που τους αντιστέκονται και τις νοθεύουν, μέχρι να συναντηθούν με την καθαρή ύλη που χρειάζονται για τη δική τους ξεχωριστή μορφή, σύμφωνα με τις εννοητικές τους προδιαγραφές. Ως καθαρές οι έννοιες βρίσκονται μόνο εν τ-Αυτώ, όπου, ταυτισμένες με την απόλυτη καθαρότητα του, ταυτίζονται μεταξύ τους, ακόμη και αν ήταν αντίθετες στην πορεία, αφού τάρα πια θα έχουν χωρίσει από ό,τι τις χώριζε και ενωθεί με ό,τι τις ένωνε. Όταν αναγνωρίζουμε στις έννοιες τον χώρο που πρέπει να διασχίσουν για να χωρίσουν μέχρι να ενωθούν, και τον χρόνο που χρειάζονται γι’ αυτό, τους δίνουμε μια διάσταση πραγματική, που ούτως ή άλλως έχουν, αφού πραγματικά τις σκεφτόμαστε. Εντάσσοντας τες στη πραγματικότητα μας, μπορούν να μας οδηγήσουν στην πραγματο-ποίηση πνευματοποιώντας την ύλη μας, ενώ υλοποιούμε το πνεύμα τους.

Οι έννοιες είναι οι υψηλότερες διαμορφώσεις του πνεύματος μας· αντιπροσωπεύουν τις ανώτερες έλλογες συλλήψεις του, στις οποίες δίνοντας διακεκριμένη υπόσταση υποστασιοποιούμε και αυτό που εκφράζεται μέσω αυτών. Όσο τις ξεκαθαρίζουμε, ξεδιπλώνοντας το νόημα τους στις συνέπειες του, τόσο μας βοηθούν να διακρίνουμε πέρα από το άμορφο και συγκεχυμένο παρόν τις καθαρές μορφές του γίγνεσθαι μας. Η διορατικότητα των εννοιών οφείλεται στο καθαρά πνευματικό τους στοιχείο, που όντας άυλο μπορεί να βλέπει πέρα από τους περιορισμούς των πραγμάτων, να διαβλέπει τους νόμους και τους κανόνες που τα διέπουν σαν σχηματισμούς ύλης, τους οποίους ονομάζοντας οι έννοιες μάς αποδίδουν νοητικές εικόνες των σχέσεων της ύλης και όχι απλές ονομασίες των επιμέρους στοιχείων της και των μορφωμάτων τους, των πραγμάτων.

Οι στοιχειώδεις λέξεις, που ονομάζουν πράγματα, δεσμεύονται από αυτά και δεν μπορούν να μας δείξουν κάτι άλλο, αφού αυτός είναι ο ρόλος τους. Ενώ, οι έννοιες, κινούμενες στον καθαρά γενικό χώρο πέραν της μερικότητας και ειδικότητας των πραγμάτων, διαβλέπουν τις σχέσεις ανάμεσα σε αυτά και απεικονίζοντας τες απτά, άπτονται και του κινούντος λόγου όλων τους, φέρνοντας μας έτσι σε επαφή με τον Λόγο Αυτού. Γι’ αυτό, μπορούν να δουν πιο μακριά από τα δεδομένα, να προβάλουν στη σκέψη μας εικόνες έξω από την υφιστάμενη πραγματικότητα μας και να την κινητοποιήσουν. Χωρίς έννοιες, η σκέψη μας θα ακινητοποιούταν σε απλό αντικαθρέφτισμα, μίμηση και επανάληψη της υφιστάμενης πραγματικότητας μας, αναπαράγοντας και ανακυκλώνοντας το έλλειμμα της εντός μας, χωρίς να μπορεί να βρει λογική διέξοδο προς την ολοκλήρωση μας.

Αν οι έννοιες δεν μπορούν να παίξουν αποτελεσματικά τον ρόλο τους στο ανθρώπινο γίγνεσθαι, παρόλο που αποτελούν κτήμα όλων των ανθρώπινων γλωσσών, είναι γιατί νοθεύονται στην πράξη, όταν η πράξη αντί να ανοιχτεί στην κριτική υπερβατικότητα τους, αποπειράται να τις χειραγωγήσει μέσα στα πλαίσια της υφιστάμενης πραγματικότητας υπέρ της εκάστοτε εξουσίας της ή των αντιπάλων της. Οι νοθευμένες έννοιες είναι πολύ επικίνδυνες, διότι μπορούν να εξαπατήσουν εύκολα χωρίς να γίνουν άμεσα αντιληπτές, λόγω της αφαιρετικότητας τους. Επειδή είναι γενικές εμπεριέχουν πολλαπλάσια ισχύ από τις επιμέρους και στοιχειώδεις λέξεις, η οποία μπορεί να προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές διασπείροντας τέτοια διανοητική σύγχυση στους ανθρώπους, ώστε να τρέχουν φοβισμένοι να κρυφτούν υπό τη σκέπη «θεών» κάθε τύπου, θρησκευτικού ή ιδεολογικού.

Ιστορικά, οι «θεοί» και τα δόγματα, θρησκευτικά ή κοσμικά, μπορεί να μην ήταν πάντα καταφύγια για φοβισμένα μυαλά, αλλά να είχαν αρχικά συλληφθεί ως γενναίες θεωρήσεις μιας γενικής Αρχής πέραν των περιορισμένων παραδοχών της εποχής τους, και έτσι να έπαιξαν δημιουργικό ρόλο στην αναγωγή τής τότε θεωρητικής σκέψης στο γενικό. Αμφισβητώντας κριτικο-υπερβατικά τα ιδεο-μυθολογικά περιεχόμενα της αρχαϊκής σκέψης ως απλοϊκά, και απλοποιώντας τα εννοιολογικά της μορφώματα σε έννοιες πιο απλές, ουδέτερες και γενικές, οι οποίες να εκφράζουν ένα γενικό ευρύτερο, συνέλαβαν την ανθρωπότητα ως το όλον των ανθρώπων και όχι ως ένα μέρος που εξαντλείται στα όρια της φυλής ή της πόλης. Έτσι, η θεωρητική μας εξέλιξη συνέβη με απλο-ποίηση των συγκεχυμένων εννοιολογικών μορφωμάτων, τα οποία συμπυκνώνουν πολλά που θέλουμε να πούμε απλουστεύοντας τα. Στη συνέχεια, απλοποιώντας τα κατά την εξέλιξη μας, ξεδιπλώνουμε τα ξεχωριστά νοήματα που συμπυκνώνει η απλούστευση τους σε μια θολή έννοια μειώνοντας τη σημασία τους. Ξεδιπλώνοντας τα, η σκέψη μας απλώνεται μέχρι τα όρια της φέρνοντας μας σε άμεση επαφή με τον Λόγο Αυτού.

Η αμεσότητα, που φέρει η απλοποίηση, μάς επαναφέρει στην καθαρή Αρχή μας, από όπου μας έχουν απομακρύνει οι παρεμβαλλόμενες εμμεσότητες και συμπυκνώσεις. Η εμμεσότητα παρεμβάλλεται κυρίαρχα όταν ένα θεωρητικό μόρφωμα αυτοπαρουσιάζεται δογματικά ως Αυτό, σαν να το κυριολεκτεί, οπότε παγιδεύει τη σκέψη σε υποτακτική του, αποκρύβοντας της ότι είναι απλά ενδιάμεσο Αυτού, που βρίσκεται πέραν αυτού κι όχι εντός του, όπου το συμπυκνώνει καταχρηστικά απλουστεύοντας το και θολώνοντας το. Αντίθετα, η ενδιαμεσότητα, ως φυσική αγωγιμότητα των εννοιών που μας φέρουν σε επαφή με την Αρχή μας, παίζοντας απλά και ξεκάθαρα τον ρόλο του ενδιάμεσου, (κι όχι του μέσου που γίνεται αυτοσκοπός, με την εμμεσότητα), προάγει τη θεωρητική μας εξέλιξη μέσα από την απλοποίηση και την επαναφορά μας στην αμεσότητα και καθαρότητα των εννοιών.

Η εξέλιξη μας έγκειται στην περαιτέρω απλοποίηση των απλουστευτικών μορφωμάτων με τα οποία έχει απεικονιστεί Αυτό μέχρι τώρα και στη γενικότερη γενίκευση του γενικού στο οποίο έχουν βασιστεί τα ιστορικά δόγματα για να γενικεύσουν. Το γενικό τους, που έχει ξεπεραστεί και οι «θεοί» του, που έχουν πια «πεθάνει», δεν είναι παρά σαθρά υλικά που φράσουν τη ροή μας προς Αυτό, την πιο επικίνδυνα νοθευμένη έννοια όλων των εννοιών, αφού, οι «θεοί» προσποιούνται ότι είναι οι ίδιοι Αυτό το ίδιο και δεν έχει παρακάτω. Με τη γενικευμένη νοθεία και τη νόθευση του γενικού, όταν ανακόπτεται το γίγνεσθαι μας και οικειοποιείται Αυτό δογματικά, οι έννοιες που είχαν αρχικά συλληφθεί σαν αμιγή προϊόντα του καθαρού λόγου και διατυπωθεί σαν διακεκριμένες ονομασίες των γενικών σχέσεων που αναπτύσσονται κατά το γίγνεσθαι μας εν Αυτώ, αντιστρέφονται σε πρόξενους σύγχυσης,. Όμως, όπως οι έννοιες νοθεύονται από τη πράξη, έτσι ξεκαθαρίζουν στην πράξη, όταν στο γενικό τους νόημα αντιστοιχούν πράξεις ανάλογου εύρους (εξίσου γενικές) και βάθους (παρόμοια εν-νοηματικές). Η αντιστοιχία πράξεων και εννοιών όχι μόνο ξεκαθαρίζει το πεδίο δράσης του ανθρώπου δίνοντας του σταθερά υλικά και μέσα, καθαρές έννοιες και ξεκάθαρες πράξεις, αλλά είναι και ζητούμενο του, αφού, γεφυρώνοντας το χάσμα που τις χωρίζει, ταυτίζει το πνευματικό με το υλικό του μέρος κατακτώντας έτσι την πολυπόθητη, μέσα από την ψυχή του, ταυτότητα.

[14]

Η ταυτότητα του ανθρώπου κατακτιέται με τη διαφοροποίηση του από ό,τι δεν είναι πραγματικά αυτός (στην πράξη) και δεν τον εκφράζει ολοκληρωμένα (στη θεωρία). Διαφοροποιούμενοι από ό,τι δεν μας είναι οικείο και μας αποξενώνει, μπορούμε να ταυτιστούμε προς ό,τι μας ενώνει. Η διαφοροποίηση, απ’ την άλλη, δεν οδηγεί σε ταυτοποίηση, όταν επιδιώκεται για να ξεχωρίσουμε, ώστε μετά, επιδεικνύοντας το διακεκριμένο εγώ μας, να το περιφέρουμε αυτάρεσκα, αλλά, οδηγεί όταν πηγάζει από την εσωτερική ανάγκη να είμαστε αληθινοί, άρα αυθεντικοί και όχι απομιμήσεις. Τότε, βγαίνει βαθιά μέσα από τη ψυχή μας, που ως δύναμη ενότητας μας κινεί προς το εν και μας ωθεί σε ταυτοποίηση. Αν η κίνηση μας δεν αναφέρεται σε κάτι τρίτο έξω από αυτήν, στο οικείο που αναζητούμε για να ταυτιστούμε όλοι, αλλά αυτοαναφέρεται επιδιώκοντας να περιχαρακώσει το υποκείμενο της (το εγώ) εκτός της κοινής (προ)τασης μας προς Αυτό, τότε, εμποδίζει την ταυτοποίηση μας, όπως εντέλλεται από τη ψυχή μας, που μας κινεί ως ζωογόνος ενότητα, εξ’ ου και μπορούμε να διαφοροποιηθούμε.

Η ψυχή μάς οδηγεί σε Αυτό, το κινούν κάθε κίνησης, από το οποίο εκπορεύεται και στο οποίο επιστρέφει κάνοντας τον κύκλο της ενσωμάτωσης της και εμπνέοντας τα σώματα να κινηθούν διαφοροποιούμενα από τη συμπαγή τους ύλη μέχρι να της δώσουν κάθε δυνατή μορφή. Η διαφοροποίηση δεν είναι παρά ένας τρόπος που Αυτό εκδηλώνεται δίνοντας στον χώρο το πλήθος των μορφών του και στις μορφές τον χώρο τους· δεν αποτελεί κάποιον σκοπό έξω από τον εαυτό Του, στον οποίο να τείνει για να ολοκληρωθεί, αφού Αυτό είναι πάντα ολοκληρωμένο ως Όλον. Ό,τι γίνεται διαφορετικό γίνεται για Αυτό και για δικό του λόγο, σαν ένα δικό του παιχνίδι εκφράσεων και εναλλαγών, μέρος του οποίου είμαστε κι εμείς που παίζουμε την έλλογη έκφραση του, χωρίς να μπορούμε να μάθουμε τον Λόγο του παιχνιδιού, αλλά μόνο τον τρόπο που παίζεται. Σε αυτό το παιχνίδι, το πλήθος των μορφών απλώνεται έτσι ώστε να μη μείνει τίποτε άμορφο μέχρι να ξεδιπλωθεί το σύμπαν των εκφράσεων Αυτού, όπου όλα όντας διαφορετικά είναι και ίδια, αφού έχοντας ολοκληρώσει την κίνηση διαφοροποίησης τους δεν θα έχουν πια τίποτε να τα χωρίζει. Το ίδιο και εμείς, αφού θα έχουμε εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες να είμαστε διαφορετικοί δεν μπορεί παρά να είμαστε ίδιοι. Ως εκ τούτου, η διαφοροποίηση, κινούμενη από τη ψυχή μας, δεν έχει τελικό σκοπό το διαφορετικό σαν οριστικό χωρισμό, άρα τον θάνατο, αλλά την οριστική ενότητα που ξεπερνάει κάθε χωρισμό, δηλαδή τη ζωή.

Η κίνηση ταυτοποίησης όλων μας εν Αυτώ παράγει κάθε τι διαφορετικό και το επιτρέπει να υπάρξει σαν ξεχωριστή δυνατότητα της απαράλλαχτης δύναμης Αυτού. Η κίνηση της ταυτο-ποίησης μας, εμπνεόμενη άμεσα από τη ψυχή μας, το κινούν μέσα μας, αντλεί τη δύναμη της απευθείας από Αυτό, και γι’ αυτό έχει την ισχύ να μας κινήσει πέρα από την υφιστάμενη πραγματικότητα μας υπερνικώντας την αδράνεια της, εφόσον αυτή, σαν άμορφη ύλη ακόμη, δεν μας εμπεριέχει πλήρως σαν ξεχωριστές μορφές. Με την αυτάρεσκη διαφοροποίηση, όμως, που δεν εμπνέεται από τη ψυχή, δεν έχουμε τη δύναμη της υπέρβασης και παραμένουμε εγκλωβισμένοι στην άμορφη πραγματικότητα. Αν και την ώθηση ταυτοτικής διαφοροποίησης τη δίνει η ψυχή, δεν μπορούμε να κάνουμε βήμα μπροστά και να κινηθούμε στο άγνωστο, που μας ακινητοποιεί από φόβο, αν το πνεύμα μας δεν το υποδεικνύει ως εφικτό, δείχνοντας μας θεωρητικά ότι υπάρχει ακόμη χώρος μπροστά μας για να αναπτυχθούμε προσεγγίζοντας Αυτό ερω(τημα)τικά, χωρίς προκαταλήψεις, που δεν μας αφήνουν περιθώριο κίνησης έχοντας προαπαντήσει Αυτό.

Μόνο η ανοιχτή θεώρηση Αυτού μας δίνει χώρο να κινηθούμε προοδευτικά, αλλιώς μας προκαταλαμβάνει προαπαντώντας μας και μη επιτρέποντας μας να υποβάλουμε την ύπαρξή μας στην πραγματικότητα σαν μια ακόμη ερώτηση, που θα ψάξει να βρει τη δική της απάντηση πέρα από την υφιστάμενη γνώση. Όταν Αυτό παρουσιάζεται ειπωμένο και ονομασμένο, δεν υπάρχει λόγος για το διαφορετικό, παρά για μια επανάληψη του ήδη ειπωμένου και του κατεστημένου λόγου του, που οικειοποιούμενος καταχρηστικά Αυτό μάς το προσφέρει έτοιμο.

Όπως μιλώντας για Αυτό δεν μπορούμε να πούμε κάτι για την ουσία του, αλλά μόνο για τον τρόπο που παρουσιάζεται, έτσι κι όταν λέμε ότι διαφοροποιούμαστε για να ταυτιστούμε, περιγράφουμε τον τρόπο που κινούμαστε και όχι γιατί κινούμαστε. Ανάλογα, όταν λέμε ότι εμάς τους ανθρώπους, μας κινεί η ψυχή (ως έμψυχα), μας παρακινεί το πνεύμα (ως έλλογα) και πραγματοποιούμε την κίνηση σωματικά (ως όντα), γνωρίζουμε τους συντελεστές τής κίνησης μας και όχι τον λόγο της. Η αρχή της κίνησης πάντα θα μας διαφεύγει και γι’ αυτό ακριβώς θα κινούμαστε, για να την αγγίξουμε.
Το να θες να έρθεις σε επαφή με αυτό που σου διαφεύγει, αυτό που ενώ σού είναι διαφορετικό, σε προκαλεί να το πιάσεις γιατί είναι δικό σου κι έτσι σε κάνει δικό του, αφού κινείσαι προς αυτό, είναι παράγων κίνησης. Όταν Αυτό, το απόλυτα δικό σου -αφού, είσαι απόλυτα δικός του- δεν μπορείς ποτέ πραγματικά να το οικειοποιηθείς, τροφοδοτεί αέναα την κίνηση σου. Έτσι, το άπιαστο απόλυτο βρίσκεται μέσα σου και σε κινεί να κινείσαι προς αυτό, συνειδητά ή όχι, μέσα από τις επαφές σου με άλλα όντα, στα οποία σε οδηγεί η ανάγκη ή η επιθυμία ή άλλα κίνητρα που σου δίνει το κινούν της κίνησης σου.

Κινούμενοι θετικά (συν) προς αυτά που μας έλκουν λόγω ανάγκης, επιθυμίας ή προς-ευχής, και αρνητικά (πλην), μακριά από όσα μας απειλούν ή δεν τα θέλουμε και δεν τα ευχόμαστε, διαφοροποιούμαστε ενωνόμενοι, όπως και απομακρυνόμαστε για να συναντηθούμε. Αυτό το συν και πλην της κίνησης (που αναλογεί στο ευ- και δυσ- της ευφορίας και δυσφορίας) επανατροφοδοτεί, σαν ανεξάντλητη μπαταρία, το γίγνεσθαι μας με μια ενέργεια χωρίς απώλειες, διότι εφόσον αυτή προέρχεται από το απόλυτο επανέρχεται σε αυτό και μένει ακέραια. Η ενέργεια που ξοδεύεται για τους χωρισμούς, κερδίζεται από τις ενώσεις, που όχι μόνο τροφοδοτούν τον φορέα της κίνησης, όταν καλύπτουν τις ανάγκες της συντήρησης του, αλλά τροφοδοτούν και την κίνηση με επιπλέον μέσα και φορείς, όταν εκφράζουν επιθυμίες ή ευχές που ενώνοντας τα άτομα ερωτικά ή παραγωγικά, ανατροφοδοτούν την κίνηση με νέα άτομα και μέσα, που την προωθούν πέραν της φθοράς και του θανάτου των πεπερασμένων ατόμων.

Κάθε νέο άτομο που έρχεται στον κόσμο οφείλει τη διαφορετική ύπαρξη του στη ένωση των δύο γεννητόρων του, που συνευρέθηκαν πέρα από τη σεξουαλική τους διαφορά, αφού πρώτα την απέκτησαν και την ανέπτυξαν. Η παραγωγή κάθε τι διαφορετικού είναι δυνατή επειδή δύο άλλα διαφορετικά ενώθηκαν μεταξύ τους, έστω παροδικά, σε μια στιγμή ταυτοποίησης που τους ένωσε ενώ αυτά κινούνταν εξ αιτίας της διαφοράς τους και με σκοπό να την ξεπεράσουν. Ακόμη κι όταν σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις όντων (όπως, της αμοιβάδας) φαίνεται να παράγεται κάτι από μόνο το ένα που σχάται στα δύο, αυτή η σχάση δεν είναι παρά αποτέλεσμα της ένωσης αυτού του ενός με κάτι άλλο πέραν του εαυτού του (τροφή, φως, ενέργεια, χρόνος, κλπ) που το ενεργοποιεί τόσο ώστε να μπορεί να σχαστεί. Ό,τι υπάρχει στη φύση, στην οποία οφείλουμε τη ζωή μας, είναι προϊόν κάποιας ένωσης, παρά ενός χωρισμού. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύει για το σύμπαν και να είναι προϊόν μιας ένωσης παρά κάποιας σχάσης ή έκρηξης (τύπου big bang), εφόσον, βέβαια, το θεωρήσουμε ως μια οντότητα που έχει γεννηθεί και έχει μια αρχή, αφού δεν αποκλείεται να είναι αέναο, να συστέλλεται και να διαστέλλεται εισπνέοντας και εκπνέοντας το Είναι στον ρυθμό της αιώνιας ανάσας Αυτού, ή να επαναλαμβάνεται κυκλικά σε εποχές, όπως συμβαίνει στη γύρω μας φύση.

Κανονικά, δεν μπορεί να υπάρχει ανομοιογένεια στους κανόνες του γίγνεσθαι και λογικά ισχύουν το ίδιο εδώ και αλλού, αφού η γη δεν είναι ανεξάρτητη, αλλά ενταγμένη πλήρως στο γίγνεσθαι του σύμπαντος κόσμου. Βέβαια, το γίγνεσθαι στα επιμέρους είναι άλλο από το Όλον όλων όσων γίνονται. Εκεί, στο Όλον Αυτού, μπορεί να ισχύουν άλλοι κανόνες, όπως της κυκλικότητας, αφού το όλον δεν γίνεται, απλά είναι, ούτε χρειάζεται να κινείται, αφού είναι το κινούν όλων, και, συνάμα, το όλον της κίνησης, άρα δεν είναι σχετικό με κάτι ως προς το οποίο να κινείται, αλλά ακίνητο. Μέσα στη (δυνατή) κυκλικότητα του Όλου, η ένωση διαδέχεται τον χωρισμό, το είναι το μη-είναι και η ζωή τον θάνατο, χωρίς τίποτε από αυτά να υπερισχύει τελικά. Όμως, αν μιλάμε για το εδώ και τώρα της ζωής μας (και γι’ αυτό μόνο μπορούμε να μιλάμε, αφού αν μπορούμε τώρα να μιλάμε το οφείλουμε σε αυτό), δεν μπορούμε να ισοψηφήσουμε τον θάνατο με τη ζωή εφόσον είμαστε ζωντανοί. Η ζωή μας υπάρχει σαν υπεροχή της ένωσης έναντι του χωρισμού και ο κόσμος μας υφίσταται σαν πλεόνασμα του έργου που παράγεται από τις ενώσεις των όντων έναντι της απολεσθείσας ενέργειας στους χωρισμούς και στους θανάτους τους.

[15]

Ό,τι υπάρχει είναι κάτι, που ως κάτι πλεονάζει από το τίποτε, έστω κι αν αυτό το πλεόνασμά του αναγόμενο στο Όλον απορροφάται. Μάλιστα, αυτή ακριβώς η αναγωγή του στο Όλον είναι που το κινεί προς πλήρη διάθεση του πλεονάσματος του, ώστε να μην το διαχωρίζει τίποτε και να είναι ένα με Αυτό, ολοκληρώνοντας την ταυτότητά του πέρα από την όποια διαφοροποίηση και ετερότητα το χαρακτηρίζει. Γι’ αυτό, το είναι των όντων ορίζεται ως προς Αυτό με το οποίο τείνουν να ενωθούν για να ταυτοποιηθούν· δεν ορίζεται ως προς κάτι που ήδη υπάρχει, όντας το διαφορετικό ή το αντίθετο του. Το είναι δεν είναι ό,τι δεν είναι, αλλά, είναι είναι. Εφόσον το είναι του είναι, δηλαδή το Είναι, δεν ορίζεται ως προς κανένα προϋπάρχον δεδομένο το οποίο να έχει καταλάβει χώρο και να έχει μετρήσιμη ποσότητα, αλλά είναι ανοικτό, σημαίνει ότι δεν προκαταλαμβάνει τον χώρο όντας το ίδιο κάποιο ποσοτικό μέγεθος, αλλά διαμορφώνεται μαζί του συν τω χρόνω, όντας ποιητικό· οπότε, αναγόμενο στο Όλον, το Είναι είναι Γίγνεσθαι.

Το ότι αυτό που είναι δεν ορίζεται από ό,τι δεν είναι, σημαίνει και την απελευθέρωση του από τα υφιστάμενα δεδομένα που το περιορίζουν, αφού ανοίγεται πέραν αυτών στο γίγνεσθαι, για να οριστεί ποιητικά, αλλά και ποιοτικά. Ποσοτικά το Είναι είναι ουδέτερο και αδιάφορο γιατί παραμένει ακέραιο εν τω γίγνεσθαι. Ό,τι καινούργιο παρουσιάζεται στο Είναι δεν είναι ποσοτικά ένα πλέον, αφού παίρνει τη θέση κάποιου άλλου που χάνεται, όπως και ό,τι χάνεται αντικαθίσταται με κάτι άλλο. Ό,τι υπάρχει τροφοδοτείται από αυτό που προϋπάρχει πριν το φάει και με τη σειρά του τροφοδοτεί το επόμενο από αυτό, έτσι ώστε τίποτε να μη πηγαίνει χαμένο ή να βγαίνει κερδισμένο ποσοτικά. Έτσι, το συνολικό ποσό του Είναι εν Αυτώ είναι ακέραιο και δεν προσθαφαιρείται· απλά, μετασχηματίζεται και μεταμορφώνεται ποιητικά σε πλήθος μορφών παραλλάσσοντας ποιοτικά το ίδιο και απαράλλαχτο ποσό του Είναι, σηματοδοτώντας διαφορετικές συνθέσεις του, συνδυασμούς και τρόπους να υπάρχει.

Η ύπαρξη μας (ή αλλιώς, η παρουσία μας στο Είναι) έγκειται στον τρόπο μας, στο πώς και όχι στο πόσο μας. Εκεί βρίσκεται και η ολοκλήρωση του είναι μας, η εκπλήρωση του προ-ορισμού μας και η ταυτοποίηση μας. Ο τρόπος που μας ολοκληρώνει συνίσταται στη διάθεση του πλεονάσματος που μας χαρακτηρίζει ως κάτι ξεχωριστό, έτσι ώστε να ενωθούμε με ό,τι μας ταυτοποιεί. Ολοκληρώνουμε το είναι μας εν τω γίγνεσθαι, διατιθέμενοι πλήρως προς Αυτό που μας υπερβαίνει και μας έλκει ερω(τημα)τικά με τις μορφές που παίρνει και με τον θελκτικό τρόπο που μας παρουσιάζεται μέσω αυτών. Ο θελκτικός τρόπος τού είναι τους μάς κινεί προς αυτές κάνοντας μας να επιθυμούμε την ένωση μαζί τους.

Το Είναι μάς προάγει στο γίγνεσθαι, άγοντας μας προς αυτό που μας υπερβαίνει, προ-τείνοντας μας να μεγιστοποιηθούμε μέχρι τα όρια μας, να ενωθούμε εκεί και να εκπληρώσουμε τον προορισμό μας. Έτσι, το είναι μας ορίζεται ερω(τημα)τικά, ρηματικά, υπερβατικά και υπερ-βολικά. Δεν προκύπτει με τον αναλυτικό διαχωρισμό του από ό,τι δεν είναι. Δεν αναδεικνύεται με μια διαδικασία ψυχρή και αφαιρετική. Συν-τίθεται εν θερμώ, με το δόσιμο μας και την πλήρη διάθεση του πλεονάσματος μας. (Ανα)παράγεται διαρκώς ως κάτι το τρίτο, όντας προϊόν της δημιουργικής σύνθεσης και ερω(τημα)τικής σύνδεσης των ατόμων μεταξύ τους, πέρα από απλουστευτικές, διαχωριστικές κι αφαιρετικές αναλύσεις που περιχαρακώνουν το είναι στην περιοχή υποκειμένων ή αντικειμένων μοναχικών και διαχωρισμένων από τη ρηματικότητα του γίγνεσθαι, η οποία μας συνέχει όλους σε μια κοινή πρόταση Εν Αυτώ.

Το γενικό πλεόνασμα, που συνθέτει το είναι των ατόμων, δεν εξαντλείται στα συντιθέμενα άτομα, έστω κι αν κάθε άτομο συνιστά ένα ειδικό πλεόνασμα που χάνεται, όταν αυτό πεθαίνει. Το πλεόνασμα, γενικά, ανανεώνεται και εμπλουτίζεται μέσα από τις γόνιμες ενώσεις των ατόμων, που παράγουν νέα άτομα, ως νέες μορφές πλεονάσματος. Το γενικό πλεόνασμα που αποτελεί τον κόσμο αυτή τη στιγμή, μπορεί να εξισορροπηθεί κάποτε με ανάλογη απώλεια στην φάση συστολής του ή να εξαντληθεί φτάνοντας τον κόσμο στα όρια του γίγνεσθαι του και εκεί να επαναλαμβάνεται αέναα η διαδοχή τού συν και πλην, του πλέον και του μείον χωρίς κάτι να υπερέχει, όμως, τώρα είμαστε στη θετική φάση γίγνεσθαι του κόσμου, τουλάχιστον του δικού μας. Αυτό που υπερισχύει στον κόσμο μας και του δίνει υπόσταση, μέσα από το σύνολο των μορφών του, είναι η δύναμη ενότητας, η οποία υπερβαίνοντας αυτήν του χωρισμού, ενώνει δύο τινά για να παράγει κάτι το τρίτο και το οποίο όταν διαφοροποιηθεί αρκετά από αυτά, σαν ξεχωριστό ον, οδηγείται σε ένωση με ένα ανάλογο του διαφορετικό, παράγοντας ξανά κάτι τρίτο, για να ενωθεί κι αυτό με τη σειρά του με ένα άλλο, και ούτω καθ’ εξής. Έτσι θετικά και πλεονασματικά εξελίσσεται το γίγνεσθαι μας.

[16]

Στο γίγνεσθαι μας υπερέχει η ενότητα κι όχι ο χωρισμός· γι’ αυτό κατευθυνόμαστε πρωτίστως σε ταυτοποίηση και δευτερευόντως σε διαφοροποίηση. Ο λόγος υπεροχής της ενότητας είναι ότι μόνο μέσω της ένωσης παράγεται το διαφορετικό, ενώ ο χωρισμός δεν μπορεί να παράγει κάτι, έστω κι αν είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ενότητας. Η διαφοροποίηση από μόνη της είναι άγονη, αν δεν οδηγείται από την ορμή της ταυτοποίησης σε μια νέα ενότητα. Η ταυτοποίηση δίνει την τελική κατεύθυνση και είναι ο απώτερος σκοπός της κίνησης κάθε επιμέρους όντος, το οποίο αφού διαφοροποιηθεί μέχρι να αποκτήσει την ξεχωριστή του οντότητα, νιώθει μετά διαχωρισμένο, περιττό και μόνο. Η μοναξιά το σπρώχνει να αναζητήσει τη μοναδικότητα του, πέραν της ετερότητας και της περιττότητας του, στην ταυτότητα και στην αρτιότητα του σαν μονάδα Εν Αυτώ, κι έτσι ενώνεται στο εμείς.

Όπως η διαφοροποίηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσον της ταυτοποίησης που οδηγεί στο Εν Αυτώ, έτσι και τα διαφορετικά άτομα που παράγει αποτελούν μέσα του σκοπού του γίγνεσθαι, και δεν αποτελούν αυτοσκοπό δικό τους. Ως μέσα καλούνται να διαθέσουν πλήρως το πλεόνασμα που τα χαρακτηρίζει και να παίξουν ακέραια τον ρόλο τους στο γίγνεσθαι, διαφοροποιούμενα μέχρι να ενωθούν και όχι για να μείνουν διαφορετικά. Βέβαια, το γίγνεσθαι δεν συμβαίνει εκτός των ατόμων για να τα περιορίζει σε ένα παθητικό ρόλο υπακοής στις άνωθεν εντολές του, αλλά εκδηλώνεται ενεργητικά μέσω αυτών. Με αυτήν την σημασία αποτελούν μέσα· όχι γιατί είναι υποταγμένα σε κάποιο σκοπό εκτός αυτών, αλλά γιατί είναι μέσα ενεργοποίησης αυτού του σκοπού, που βρίσκεται εντός τους και τα κινεί να ξεπεράσουν τον εαυτό τους εντασσόμενα στο γίγνεσθαι εν Αυτώ και όχι υποτασσόμενα σε Αυτό ή αρνούμενα την ένταξη τους εκλαμβάνοντας το εγώ τους σαν αυτοσκοπό. Είναι μέσα με την έννοια της ενδιαμεσότητας που μεταφέρει κάτι κάπου και δεν το κρατάει για τον εαυτό της (όπως, αντίθετα, κάνει η εμμεσότητα, που παρουσιάζει το μέσον ως μέσο του εαυτού του, άρα αυτοσκοπό).

Αυτό που μεταφέρουν τα άτομα, είναι αυτό το ίδιο που τα κάνει να κινούνται και μπορούν να το μεταφέρουν. Το έχουν δεχτεί με τη γέννηση τους, τα κινεί όσο ζουν και μετασχηματίζεται μέσω αυτών, διακινούμενο μέσα από αυτά. Όταν κατακρατείται (στην περίπτωση του ατομισμού, όπου το άτομο γίνεται αυτοσκοπός) ή δεν μετασχηματίζεται (στην περίπτωση των θρησκειών, όπου το άτομο υποδουλώνεται σε έναν άνωθεν σκοπό και εφόσον δεν προβάλει καμία αντίσταση, δεν μπορεί να λειτουργεί ως μετασχηματιστής), παραβιάζεται η ρηματικότητα που τα συνδέει ως υποκείμενα με τον αντι-κείμενο τους κόσμο και διαλύεται η πρόταση που τα νοηματοδοτεί.

Εφ’ όσον είμαστε μέσα ενός σκοπού - κι όχι άσκοπα μέσα του εαυτού μας (εμμεσότητα), ούτε υποταγμένοι σε κάποιο έξωθεν σκοπό (σκοπιμότητα) - συνδεόμαστε άμεσα μαζί του και νοηματοδοτούμαστε από αυτή τη σύνδεση· αλλιώς χάνουμε το νόημα μας. Χωρίς άμεση σύνδεση μέσου και σκοπού, αναλωνόμαστε σε έμμεσες κουβέντες, λόγια χωρίς αντίκρισμα και άσκοπες πράξεις που δεν βγάζουν πουθενά. Ο εαυτός μας είναι αδιέξοδος, αν αποτελεί αυτοσκοπό μας. Δεν θα βρούμε διέξοδο σε αυτόν, όσο διεισδυτικά κι αν τη ψάχνουμε μέσα του· αντίθετα, θα απομακρυνόμαστε από αυτήν εισχωρώντας όλο και πιο βαθιά στον σκοτεινό λαβύρινθο του εγώ μας. Ο μίτος που θα μας βγάλει από αυτόν βρίσκεται στην άμεση σύνδεση του με τον σκοπό που τον νοηματοδοτεί, αφού καταλάβουμε ότι δεν είμαστε παρά ενδιάμεσοι.

Η σημασία μας βρίσκεται στη σχέση μας προς αυτό στο οποίο εντασσόμαστε και για το οποίο ενεργούμε. Από μόνοι μας είμαστε ασήμαντοι και αδιάφοροι, αδιέξοδοι και αντιφατικοί. Αναλωνόμαστε σε αντιπαραγωγικές αυτοαναφορικότητες νομίζοντας ότι ενισχύουμε το εγώ μας, ενώ χάνουμε το νόημα της ατομικότητας μας αποσυνδέοντας την από το σκοπό της ύπαρξης της. Ο ατομισμός δεν παράγει τίποτε και είναι άγονος, αντίθετα με την ατομικότητα, που είναι η κατεξοχήν πλουτο-παραγωγική πηγή της κοινωνίας όταν το άτομο προάγεται μέχρι τα όρια του. Τότε, τα υπερβαίνει συνεχίζοντας το εγώ του στο εμείς και ανοίγοντας το στον άλλο. Όταν το άνοιγμα του ατόμου είναι ερωτικό, μπορεί να παράγει ένα επιπλέον άτομο, που θα συνεχίσει την κίνηση του στον χώρο δίνοντας της υλική υπόσταση, σώμα και μορφή. Αν είναι δημιουργικό, μπορεί να παράγει το έργο το οποίο να μας προάγει πέρα από το ήδη φτιαγμένο και γνωστό, στο άφτιαχτο και το άγνωστο Αυτό, που ανοίγεται μπροστά μας ερω(τημα)τικά και μας επιτρέπει να κινηθούμε δίνοντας μας τον χώρο, καλώντας μας και προκαλώντας μας ενέργειες ερωτικές ή δημιουργικές.Κάθε τι ξεχωριστό κινούμενο συνεχώς μέχρι τέλους εξαντλεί το πλεόνασμα του, αυτό που το συνιστά σαν κάτι τι πέραν του τίποτε, επιστρέφοντας το έτσι μέσω της κίνησης του στο κινούν του. Αν συναντηθεί ερωτικά, κατά την κίνηση ταυτοποίησης του, μπορεί να αναπαραχθούν επιπλέον όντα σαν κι αυτό, για να το αντικαταστήσουν όταν χαθεί και να συνεχίσουν με νέα ορμή το γίγνεσθαι του είδους στο οποίο ανήκει, το οποίο είδος, ως κάτι τι ξεχωριστό κι αυτό, κινείται ανάλογα. Όταν ένα είδος γίνεται τροφή για ένα άλλο, παίζει ρόλο στην αναπαραγωγή του γένους στο οποίο ανήκουν όλα τα είδη του υποσυστήματος στο οποίο ανήκει. Το συγκεκριμένο γένος, σαν κάτι ξεχωριστό κι αυτό, κινείται επίσης έτσι, ώστε πέρα από την αυτοσυντήρηση του σαν επιμέρους υποσύστημα, να συνέχεται με κάτι ευρύτερο στο οποίο παίζει γόνιμο ρόλο με κάποιο τρόπο, κι αυτό με κάποιο άλλο, και ούτω καθ’ εξής. Σε αυτή την κλιμάκωση των υποσυστημάτων με τη διαδοχή των κινήσεων και των φορέων της κίνησης, όχι μόνο δεν υπάρχει απώλεια ενέργειας, αλλά έχουμε διαρκή ανανέωση του παραγόμενου έργου, εφόσον βέβαια η ενέργεια συνεχίζει να εκπέμπεται από Αυτό, προωθώντας το γίγνεσθαι πέραν του ήδη πραγματοποιημένου έργου, των υλοποιημένων όντων και των εκπεφρασμένων μορφών

[17]

Όσο το Είναι θα έχει μέλλον μπροστά του μέχρι να πάρει όλες τις δυνατές μορφές του ως γίγνεσθαι εν Αυτώ, τόσο Αυτό θα εκλύει ενέργεια που θα περισσεύει από αυτό που ήδη είναι κάτι στο χώρο, θα το προωθεί δυναμικά στον χρόνο, μέχρι να εξαντλήσει το πλεόνασμα του, διαθέτοντας το στη μήτρα των αγέννητων μορφών που το περιμένουν για να ενεργοποιηθούν, να γεννηθούν και μετά με τη σειρά τους να γεννήσουν κι αυτές, μέχρι που να υπάρξει ισορροπία ενέργειας και έργου, τελείωση των μορφών κι αέναη κυκλο-φορία χρόνου και χώρου, ώστε τίποτε να μη περισσεύει, να εξέχει ή να προβάλλεται, και όλα να εναλλάσσονται πλήρως, έτσι που το «συν» να διαδέχεται το «πλην», με άθροισμα ακέραιο το Εν Αυτώ. Τότε το γίγνεσθαι μπορεί να σταθεροποιηθεί ή να ακολουθήσει μια αντίστροφη διαδικασία, αλλά τώρα έτσι γίνεται ό,τι γίνεται.

Αν και φαίνεται να προβάλλεται στον χρόνο, κάπου στο απώτερο μέλλον, η οριστικο-ποίηση του χώρου, την ίδια στιγμή, στην πραγματικότητα, όλα είναι εδώ και τώρα, έστω εν σπέρματι, εν δυνάμει ή εν κινήσει, παρουσιάζοντας μας άμεσα Αυτό ως Είναι, αρκεί να συλλάβουμε το Είναι ως γίγνεσθαι, συμπεριλαμβάνοντας σε ό,τι ήδη είναι κάτι, αυτό που δεν είναι ακόμη και θέλει να γίνει. Αναγόμενες στη δύναμη του απείρου, οι κινήσεις των επιμέρους στοιχείων, ειδών και γενών του γίγνεσθαι μας, με το συν-πλην τους, παράγουν το πλήθος των μορφών αναδεικνύοντας τις απεριόριστες δυνατότητες του διαφορετικού, αφήνοντας συνάμα απείραχτη, ενιαία κι απαράλλαχτη τη δύναμη του ενός, από την οποία πηγάζουν άμεσα και στην οποία επιστρέφουν έμμεσα, με τις μορφές που παίρνουν.

Η μορφο-ποίηση είναι ο λόγος της κίνησης, που τείνει με την ολοκλήρωση της να φτάσει τα πάντα σε πλέρια ομορφιά και πλήρη ευμορφία, αφού θα έχει φανερωθεί στο ακέραιο κάθε δυνατή μορφή τής δύναμης του ενός. Όσο υπάρχει περίσσευμα ενέργειας που δεν έχει μετασχηματιστεί σε έργο, θα έχουμε περαιτέρω κίνηση για να γίνει η διάθεση του πλεονάσματος ενέργειας αυτού που ήδη έχει γίνει έργο. Το γίγνεσθαι, σαν αποτέλεσμα, δεν είναι παρά προϊόν της διάθεσης του πλεονάσματος και θα συνεχίσει να γίνεται μέχρι να ισορροπήσει το πλέον με το μείον. Δεν ξέρουμε αν μετά θα υπερισχύσει το μείον και θα αρχίσει το ξε-γίνωμα του κόσμου, αλλά ακόμη κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα γίνει πάλι με τους κανόνες του γίγνεσθαι Αυτού, απλά ανεστραμμένους έτσι που το «συν» μετονομαζόμενο τώρα «πλην» και το «πλην» «συν», να μας δίνουν ξανά τα δύο πρόσημα της κίνησης συν και πλην που θα τείνουν στο ακέραιο και που συμπεριλαμβάνοντας την τάση τους αυτή στο εδώ και τώρα των πραγμάτων θα έχουμε το Όλον Αυτού στην εκάστοτε χρονική τους στιγμή, ακόμη και αν ο χρόνος μετράει ανάποδα.

Ακόμη κι αν δεν υπάρχει κανένα νόημα στο γίγνεσθαι έξω από το να είναι (αφού Είναι και Γίγνεσθαι είναι το ίδιο Εν Αυτώ) και δεν έχει άλλο σκοπό από το να γίνεται, να ξεγίνεται και να ξαναγίνεται σε διάφορους κόσμους παραλλάσσοντας μορφές τού Είναι κι εναλλάσσοντας τες σε μια διαδοχή δισεκατομμυρίων ετών, το εκάστοτε γίγνεσθαι υπακούει σε κάποιους κανόνες κι έχει έναν ειδικό τρόπο να γίνεται ώστε να παράγει τις ειδικές μορφές του γενικού Είναι. Μια από αυτές τις μορφές είναι η ζωή στη γη και η έλλογη εκδοχή της με εμάς, που σαν γεννήματα αυτού εδώ του γίγνεσθαι πρέπει να ζούμε σύμφωνα με τον τρόπο του, αν θέλουμε να είμαστε καλά (υγιείς, εύμορφοι και εύφοροι), για όσο καιρό ακόμη θα υπάρχουμε σαν μορφή του Είναι.

Αναγνωρίζοντας τους κανόνες του γίγνεσθαι μας, γνωρίζουμε διαμέσου αυτών τούς νόμους Αυτού, που παρουσιάζεται μέσω του γίγνεσθαι και των μορφών του. Αν κοιτάξουμε γύρω μας και εντός μας καθαρά, για να δούμε τι πραγματικά γίνεται (και όχι για κάποιο χρησιμοθηρικό λόγο), κι αφήσουμε το βλέμμα μας να αρθεί στον ορίζοντα των πραγμάτων (χωρίς να το δεσμεύουμε στην κοντόφθαλμη ανάγκη), τότε αυτό θα μας δείξει πώς να κινηθούμε σωστά, σύμφωνα με το γίγνεσθαι μας. Αγόμενοι υπεράνω του στενά συμφεροντολογικού οπτικού πεδίου στην ευρύτερη συν-φέρουσα προοπτική μας, ανάγοντας το εγώ μας στο εμείς στο οποίο ανήκει και ανοίγοντας το υποκείμενο μας στο ρήμα του γίγνεσθαι, θα δούμε πόσο απλοί και αντικειμενικοί είναι οι κανόνες του, όντας σχεδόν μηχανικοί, αφού άπτονται νόμους της κίνησης. Η γενική ισχύς τους εφόσον αναγνωριστεί και νομοθετηθεί ισχυροποιεί τον γενικό (άρα, κοινό) μας χώρο και προωθεί τη γενική μας κατεύθυνση, πέρα από άγονες αντιπαλότητες και καταστροφικές συγκρούσεις μικρονοϊκών εγωισμών, εθνικισμών και «-ισμών» κάθε είδους. Βέβαια, δεν έγκειται σε εμάς να νομοθετήσουμε για να δώσουμε ισχύ σε αυτούς τους νόμους, που ισχύουν πέρα από εμάς και μας καθορίζουν. Το μόνο που μπορούμε και πρέπει είναι να αναγνωρίσουμε έγκαιρα την ισχύουσα νομοθεσία του γίγνεσθαι μας, η οποία δεν μας χρειάζεται για να δικάζει ό,τι γίνεται στην επικράτεια της, στην οποία ανήκουμε, και μπορεί να μας καταδικάσει ερήμην, μετά από τις τόσες εκκλήσεις να δώσουμε το παρόν, τις οποίες αγνοήσαμε.

Η αντικειμενικότητα των νόμων του γίγνεσθαι δεν επιτρέπει καμία παράβαση κανενός μας, όσο ισχυρός κι αν είναι για τα μέτρα της εποχής του. Η γενική ισχύς τους δικάζει γενικά και δεν τιμωρείται μόνο ο παραβάτης, αλλά και όλοι όσοι επέτρεψαν την παράβαση του, εφόσον διεπράχθει εν τη παρουσία τους. Ακόμη κι αν φαίνεται να μην τιμωρείται κάποιος τη στιγμή της παράβασης του (και γι’ αυτό μπορεί να την διαπράττει), αργά ή γρήγορα, θα πληρωθούν οι συνέπειες της από τον ίδιο ή τους παριστάμενους του ή πολλούς άλλους, ανάλογα με τις επιπτώσεις της στο γίγνεσθαι όλων. Τίποτε δεν μένει ατιμώρητο από τον γενικό νόμο, ακόμη κι αν δεν τιμωρείται ειδικά ο φταίχτης ή όσοι τον ανέχθηκαν, αλλά οι απόγονοι αυτών.

Το γίγνεσθαι, ως άμεσος τρόπος παρουσίας Αυτού, δηλαδή ως παρ-ουσία του Είναι, δεν νομοθετεί έξω από αυτό που είναι, αλλά για αυτό το ίδιο, για να είναι γίγνεσθαι. Το γίγνεσθαι όντας γίγνεσθαι παρουσιάζεται σαν περαιτέρω μορφο-ποίηση του ήδη διαμορφωμένου τι, που για να συμβεί χρειάζεται απαραίτητα μετα-κίνηση αυτού του τι, που προ-υπάρχει και ήδη είναι κάτι τι. Η κίνηση τίνος πέραν του εαυτού του, δύναται να συμβεί μέσω της διάθεσης του πλεονάσματος ενέργειας που διαθέτει αυτό το κάτι, την οποία αν δεν διέθετε θα έμενε ακίνητο. Για να παραχθεί όμως μια άλλη μορφή κι όχι απλά για να μετακινηθεί αυτό το κάτι, πρέπει να συναντηθεί με κάτι άλλο. Τα δύο αυτά πρέπει να ταιριάζουν, ώστε να έχουν μία τέτοια γόνιμη ανταλλαγή της πλεονάζουσας ενέργειας τους πάνω στον ίδιο σκοπό ώστε να μπορέσει να παραχθεί κάτι τρίτο. Αυτό σημαίνει ότι το γίγνεσθαι χρειάζεται να υπάρχει μια κατεύθυνση κι ένας σκοπός στην κίνηση των όντων, που να τα οδηγεί σε γόνιμη επαφή, και δεν του αρκεί μια οποιαδήποτε και τυχαία κινητικότητα τους. Επειδή η κίνηση των όντων δεν μπορεί να είναι τυχαία, η κατεύθυνση της κίνησης πάει μαζί με τη δυνατότητα της κίνησης και τη συνοδεύει σαν οδηγία μέσα στο κάθε τι. Δεν αποφασίζουν τα όντα για την κατεύθυνση τους, όπως ούτε και δική τους απόφαση ή αυτοσκοπός τους είναι η γέννηση κάποιου τρίτου πέραν αυτών, όσο κι αν αυτό το τρίτο χρειάζεται δύο από αυτά για να γεννηθεί.

Κάποια όντα, εφόσον έχουν μια δευτερεύουσα δυνατότητα επιλογής ή κάποια εκτελεστική ελευθερία, όπως έχει ο άνθρωπος, μπορούν να επιλέξουν την υπακοή ή την ανυπακοή στον νόμο του γίγνεσθαι, αλλά όχι τον ίδιο τον νόμο. Όμως, ούτε η ελευθερία στον άνθρωπο είναι τυχαία, αλλά υπακούει σε μια αναγκαιότητα του γίγνεσθαι, αλλιώς δεν θα του την είχε επιτρέψει. Για να την επιτρέπει σημαίνει ότι τη χρειάζεται για κάποιο λόγο, όπως, για παράδειγμα, για να κινηθεί ελεύθερα ο άνθρωπος, αποδεσμευμένος από τα πράγματα, σε μια τρίτη διάσταση αυτή του λόγου, αλλά, επιτρέποντάς την, της έβαλε και ρήτρες ασφαλείας, ώστε να προστατευθεί από την τυχόν παραβατική της χρήση.
Επειδή το πλεόνασμα του ανθρώπου έγκειται στην έλλογη υπεροχή του έναντι των όντων και των οντοτήτων που τον περιβάλλουν, πρέπει να διατεθεί ανάλογα με την κατεύθυνση και τον σκοπό του, που βρίσκεται ως οδηγία εντός του ίδιου του λόγου του, όπως κάθε είδους πλεόνασμα έχει εντός του την οδηγία για την κατεύθυνση προς την οποία θα διατεθεί μετα-κινώντας ταυτόχρονα τον φορέα του προς τα εκεί. Η παραβίαση της οδηγίας του γίγνεσθαι και η εκτροπή της κατεύθυνσης του λόγου σε ανταγωνισμούς που στρέφουν την ισχύ του εναντίον αλλήλων ή ενάντια στη φύση, αντί στο κοινό μας γίγνεσθαι, στο οποίο οφείλεται, τιμωρείται με (αυτό)καταστροφικό παραλογισμό, που φέρνει πολλαπλάσιες απώλειες από οποιαδήποτε διαμάχη ζώων (τα οποία δεν διαθέτουν αυτήν την υπεροπλία του λόγου) και εντελώς παράλογες, αφού δεν εξυπηρετούν στην τροφή κανενός (όπως στα ζώα), ούτε σε κανέναν σκοπό πέραν του κακού, δηλαδή του κενού, άρα του παράλογου.

Η ρήτρα κακής χρήσης τής κάθε δύναμης είναι η απώλεια της. Όσο μεγαλύτερη η δύναμη τόσο πιο μεγάλη η απώλεια. Η επιλογή της ποινής δεν έγκειται σε κανέναν, ούτε βέβαια στον άνθρωπο. Οι δυνάμεις υπακούουν στον λόγο της ύπαρξης τους, στη δύναμη των δυνάμεων, Αυτό, που τις εμποδίζει από καταστροφές και τις κατευθύνει δημιουργικά στην ενεργοποίηση των αφανών δυνατοτήτων του γίγνεσθαι και στην φανέρωση όλων των εν δυνάμει μορφών του Είναι, ώσπου δυνάμεις και δυνατότητες να ισορροπούν αρμονικά και τέλεια.
Το ξεδίπλωμα των δυνάμεων στον χωροχρόνο, που ξεδιπλώνεται μαζί τους, φανερώνει το πλήθος των δυνατοτήτων του Είναι ως γίγνεσθαι και τον πλούτο των ειδών του γένους όλων, ως παραλλαγών του Ενός και τ’ Αυτού. Με αυτήν την έννοια, η εξέλιξη του κόσμου μας είναι μια διαδικασία ξεδιπλώματος, ανάπτυξης και αποσαφήνισης του συμπυκνωμένου εν δυνάμει Είναι και της πλήρους παρουσίας Αυτού στις πολλαπλές δυνατότητες του, στο πλήθος των αποσαφηνισμένων και καθαρών ειδικών μορφών του Γένους του. Η εξέλιξη δεν επιτρέπει αμφισημίες εκφράσεων, νόθα σχήματα ή κρυφά νοήματα· ό,τι συμπυκνωμένο εγκλωβίζει αφανείς δυνατότητες εντός του, το ωθεί να ξεδιπλωθεί δυναμικά ή το δυναμιτίζει. Όντας άμεση συνάρτηση της αλήθειας Αυτού παρωθεί τα άτομα στην ειλικρίνεια, στη φανέρωση κάθε μυστικού και στην εκδήλωση των εσωτερικών εντάσεων μέχρι να καταλάβουν την ακριβή έκταση που τους αναλογεί στο όλον· τίποτε λιγότερο ή περισσότερο.

Κατά την εξελικτική διαδικασία, αν κάποιο άτομο υστερεί και δεν αναπτύσσει τη δύναμη του στον χώρο και τον χρόνο, αφήνει ένα κενό, που η δύναμη κάποιου άλλου σπεύδει να καταλάβει. Αν, πάλι, κάποιος έχει περίσσευμα δύναμης έχοντας ξεπεράσει μια σειρά δυνατοτήτων, στις οποίες οι άλλοι δεν έχουν ακόμη φτάσει, θα κινηθεί προς το αδύνατο. Όταν, επίσης, παρέχονται δυνατότητες σε κάποιους οι οποίοι δεν έχουν φτάσει δυναμικά σε αυτές, μη έχοντας αναπτυχθεί οι ίδιοι προσωπικά μέχρι τον εξελικτικό βαθμό τους, αυτές καταστρέφονται και καταστρέφουν. Στην εξέλιξη δεν υπάρχει περιθώριο για κενό, υποχώρηση ή βιασύνη. Οι δυνάμεις που την κινούν τείνουν εξ ορισμού στην ισορροπία με τις δυνατότητες που τους αναλογούν, και ισορροπούν ως αρμονία με τον τέλειο συγχρονισμό τους, και ως ομορφιά με τη ταύτιση περιεχομένου και φόρμας των καθαρών μορφών που παράγουν. Η εξέλιξη είναι μια αντικειμενική διαδικασία· χωρίς να είναι φιλάνθρωπη, ούτε απάνθρωπη. Οι κανόνες που ρυθμίζουν τις δυνάμεις της υπακούουν στον Λόγο Αυτού και όχι του ανθρώπου, ο οποίος, όμως, όντας έλλογος, μπορεί να τους εννοήσει και να ευνοηθεί νομοθετώντας τους, αντί να τιμωρηθεί αγνοώντας τους.

[18]

Η εξέλιξη μας δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αποσυνδεδεμένη από την πηγή της και το Γένος όλων, παρά μόνο ως διαρκής επιστροφή στην αλήθεια και αναβάπτιση του λόγου μας στον Λόγο Αυτού. Επιστρέφοντας στον Λόγο και αναρωτώμενοι για Αυτό αναγνωρίζουμε τα λάθη μας. Όσο πιο συνειδητά και έγκαιρα το κάνουμε τόσο καλύτερα, επειδή, οι συνέπειες των λαθών μας μάς εμποδίζουν να προχωρήσουμε και να γνωρίσουμε το σωστό, αναγκάζοντας μας να επιστρέψουμε στο σημείο που έγινε το λάθος. Επιστρέφοντας μπορούμε να βρούμε τι έφταιξε, ώστε να το διορθώσουμε. Το ορθό ευδοκιμείται από την επιστροφή, την οποία αν δεν την κάνουμε εμείς συνειδητά, συνδέοντας το εγώ μας με το γένος του, μας αναγκάζουν τα γεγονότα.

Όσο ποιο έγκαιρα καταλαβαίνουμε, ερμηνεύουμε και ξεκαθαρίζουμε την ορθή σχέση μας με το γίγνεσθαι, τόσο περισσότερο χρόνο κερδίζουμε κάνοντας συνειδητά κι εκούσια αυτό που είναι εντεταλμένο εκ του γίγνεσθαι να γίνει. Η συνειδητοποίηση αυξάνει τη συμμετοχή μας σε ό,τι κάνουμε, όντας δοσμένοι και παρόντες σε αυτό. Έτσι, μας συνδέει με το τώρα εμπλουτίζοντας το άμεσο βίωμα μας, κι αυτό είναι κέρδος χρόνου. Επιπλέον, το ξεκαθάρισμα και η ερμηνεία απελευθερώνει ενέργεια για νέο έργο, απεγκλωβίζοντας την από ψεύδη και λάθη. Την ίδια στιγμή, η θεωρία τής δείχνει τις συνδέσεις και τους τρόπους, ώστε να κινηθεί γόνιμα και ευφορικά.

Η ευδοκίμηση της εξέλιξης μας εξαρτάται από την έγκαιρη συμμόρφωση μας με τους κανόνες του γίγνεσθαι μας εν Αυτώ. Η ευφορία μας από τον συγχρονισμό μας μαζί του και η γονιμότητα μας από τον συντονισμό των κινήσεων μας προς Αυτό, είναι η επιβράβευση μας. Το αντίθετο, η τιμωρία μας. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή είναι δική μας· όχι, όμως, οι συνέπειες της. Αν έχουμε κάποια δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και ελευθερίας, ώστε να μπορούμε ακόμη και να νομοθετούμε τη συμπεριφορά μας, την έχουμε μέσα στα αυστηρά, αντικειμενικά πλαίσια που μας θέτουν οι εγγενείς κανόνες του γίγνεσθαι μας. Αν θέλουμε ευδόκιμη εξέλιξη, αυτούς πρέπει να έχουμε σαν πηγή κάθε είδους νομοθεσίας, να τους θέσουμε ως το ανώτατο σύνταγμα υπεράνω όλων των επιμέρους συνταγμάτων κάθε εθνικής ή άλλης ομαδοποίησης μας και να τους ακολουθήσουμε ενεργητικά, πέρα από όποιον παθητικό (φιλ)ανθρωπισμό, στον οποίο καταφεύγουμε για αυτοπροστασία και κλεινόμαστε από ανασφάλεια, ηττοπάθεια και αδυναμία μπροστά στο άγνωστο Αυτό.

Το να φερθούμε έλλογα σημαίνει να ακολουθήσουμε ενεργητικά, πιστά κι άφοβα τη λογική μας στην κατεύθυνσή της, διαθέτοντας όλο το πλεόνασμά της πέρα από το ήδη ειπωμένο και γνωστό στην εκλογίκευση του άγνωστου που ανοίγεται μπροστά μας και στο οποίο μας καλεί ερωτηματικά Αυτό. Όσοι το σφετερίζονται ισχυριζόμενοι ότι δήθεν κατέχουν κάποια απάντηση για Αυτό, θέλουν απλά να οδηγήσουν το πλεόνασμα της σκέψης μας, που μας κατευθύνει προοπτικά σε Αυτό, σε αυτούς τους ίδιους και στους οίκους τους, ώστε να το οικειοποιηθούν.

Μπορεί να μην ξέρουμε τίποτε για Αυτό, ούτε πρόκειται ποτέ να το γνωρίσουμε στην ουσία του, μπορούμε, όμως, να το ανα-γνωρίσουμε στην παρ-ουσία του, όπως εκδηλώνεται στο γίγνεσθαι των πραγμάτων, μέσα στα οποία είμαστε κι εμείς, κι έτσι μπορούμε να το παρατηρήσουμε. Βέβαια, το γενικό γίγνεσθαι όλων των πραγμάτων (και όχι το μερικό γίγνεσθαι των επιμέρους αυτών), δεν μπορούμε να το παρατηρήσουμε, ούτε να το συλλάβουμε σαν όλο, αφού όντας ο άμεσος τρόπος της παρουσίας Αυτού, είναι αδύνατον το προσδιορίσουμε ακριβώς και να του δώσουμε περιεχόμενο, αφού μας προσδιορίζει και μας περιέχει. Το γενικό γίγνεσθαι ως καθαρό γίγνεσθαι δεν έχει άλλο σκοπό έξω από αυτό και γίνεται για να γίνεται για να γίνεται για να γίνεται. Αυτό το καθιστά απαρατήρητο προς τα έξω (ή από τα έξω), αφού δεν έχει κάτι εκτός του για να το δούμε (ενώ είμαστε μέσα του), αλλά αυτοεμπεριέχεται εμπεριέχοντας κι εμάς μαζί. Μπορούμε να το δούμε μόνο από μέσα, με τα δικά του μέσα και με ό,τι πιο εξελιγμένο από αυτά μάς παρείχε αυτό για να βλέπουμε το γενικό και να μπορούμε, αιρούμενοι υπεράνω του επιμέρους κι αγόμενοι στον ορίζοντα των πραγμάτων, να το θεαθούμε, δηλαδή, με τη θεωρητική σκέψη.

Η σκέψη μας, γενικά, είναι έτσι κι αλλιώς θεωρητική λειτουργία από μόνη της, οπότε το να μιλάμε για θεωρητική σκέψη μοιάζει πλεονασμός κατά πρώτο λόγο. Κατά δεύτερο λόγο, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη από το αντικείμενο της λειτουργίας της (κι όχι τον τρόπο λειτουργία της), μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε καθαρά θεωρητική όταν σκέφτεται το γενικό καθαρά, απελευθερωμένη από την υλικότητα και τους περιορισμούς των επιμέρους πραγμάτων και των ειδικών τους σχέσεων. Ως καθαρά θεωρητική, δηλαδή συγκεντρωμένη στον ίδιο τον έλλογο εαυτό της και την εν-νοητικότητα του, μπορεί να αντλήσει τέτοια θεωρητική δύναμη ώστε να αρθεί στην κατάλληλη αφαίρεση που θα την επιτρέψει να συλλάβει και να συνθέσει έννοιες του γενικού κι έτσι να το εννοήσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε την εγγενή δυνατότητα να ανα-γνωρίσουμε τους γενικούς κανόνες του γίγνεσθαι όντας μέρος του και εντός του.

Wednesday, August 09, 2006

[19]

Η γενική θεωρία, την οποία συγκροτεί η θεωρητική μας σκέψη συστηματοποιώντας τις πρωταρχικά γενικές της έννοιες σε πρωταρχικές κατηγορίες με λογική αλληλουχία κλιμακούμενη αναφορικά προς Αυτό, συνδέει τις επιμέρους πράξεις μας με το γενικότερο γίγνεσθαι στο οποίο εντάσσονται, ως προς το οποίο δρούνε παραγωγικά και από το οποίο αντλούν την πραγματο-ποιητική τους δύναμη. Ενταγμένες στο σύστημα της γενικής θεωρίας ή θεωρίας του γενικού, οι ξεχωριστές πράξεις μας μπορούν να συντονιστούν μεταξύ τους στη γενική παραγωγή ή παραγωγή του γενικού που προωθεί τον καθένα ξεχωριστά κι όλους μαζί στην ταυτοτική μας ολοκλήρωση, σύμφωνα με τους εγγενείς κανόνες του γίγνεσθαι μας.

Η διαφορά χρονικής φάσης ανάμεσα στη γενική θεωρία (που προηγείται) και στην πράξη (που έπεται), τροφοδοτεί την εξελικτική δυναμική του ανθρώπου λόγω της φόρτισης που προκαλεί η απόκλιση και ετερότητα τους, που τον διχάζει και θέλει να την αποφορτισθεί όσο προοδεύει ταυτοποιητικά, συγκλίνοντας θεωρία και πράξη σε ένα και ταυτό, όπως τον εντέλλει η ψυχή του οδηγώντας τον στην ηρεμία και την ησυχία, στην ενότητα και στην απλότητα. Η απλότητα δεν μπορεί να επέλθει απλουστευτικά με εξοβελισμό της γενικής θεωρίας, ώστε να μείνουμε ανενόχλητοι με σκέτη την πράξη, όπως θέλουν να απλουστεύσουν την πραγματικότητά μας μερικοί θεωρώντας την αυτονόητη, ενώ συμψηφίζει τόση δυσφορία. Η γενική θεωρία είναι «ενοχλητική» μόνο για όσους έχουν παραιτηθεί από την ολοκλήρωση τους και συγκρατούνται φοβισμένα μεταξύ τους αλληλο-καλύπτοντας τις ελλείψεις τους, τις οποίες εκμεταλλεύονται οι επιτήδειοι που επεκτείνουν το εγώ τους καταλαμβάνοντας το κενό που παρήγε η συρρίκνωση των υπολοίπων, έτσι που στο τέλος όλοι μαζί να διαμορφώνουν μια ανισόρροπη και άνιση, σταθερά ετεροβαρή και μόνιμα ελλειμματική πραγματικότητα, την οποία, προφανώς, ενοχλεί η αναφορά της ολότητας, που κάνει η γενική θεωρία, φορτίζοντας τα άτομα να φανερώσουν τις κρυμμένες δυνατότητες τους και να εκδηλώσουν τις εντάσσεις τους μέχρι να αποφορτισθούν πλήρως ταυτισμένα εν Αυτώ. Τότε μπορεί να θεωρηθεί η πραγματικότητα μας αυτονόητη και να είμαστε πραγματικά απλοί· κι όχι απλοϊκοί τώρα, προς συμφέρον των επιτήδειων.

Σε αυτή την εξελικτική μας φάση, η θεωρία ορίζει το υπέρ και το πλέον που θέλγει την πράξη στη μεγιστοποίηση της, ώστε να συναντηθεί μαζί της εκεί, στα όρια, και να ενωθεί γόνιμα με αυτήν (όπως θέλει η ψυχή μας), υπερβαίνοντας την παρούσα ελλειμματική μας πραγματικότητα και άγοντας μας ευφορικά προς την πληρότητα. Αυτό που έχουμε τώρα να μάς φορτίζει θετικά για να κινηθούμε προς την εκπλήρωση του (προ)ορισμού μας και την ταυτοποίηση μας είναι το διανοητικό μας πλεόνασμα, που συγκροτημένο σε γενική θεωρία μπορεί να συστηματοποιήσει τις πράξεις μας στην παραγωγή του ποιητικά μεγίστου δυνατού. Το πλέον υπάρχει σαν υπόσχεση στη θεωρία, το μείον υπάρχει σαν πραγματικότητα στην πράξη. Η πρώτη, ως υπερέχουσα, μπορεί να θέλξει τη δεύτερη (κι όχι το αντίθετο), ώστε να κινηθούμε προς το πολύ, προς αυτό που μας μεγιστοποιεί και όχι προς αυτό που μας μειώνει. Η θεωρία προηγείται σε αυτή μας τη φάση και αυτή πρέπει ηγείται της πράξης για να εξελιχθούμε θετικά. Αν την υποτάσσουμε στην πρακτική κάνοντας την θεραπαινίδα της πραγματικότητας, χάνουμε κάθε πλεονέκτημα της, την εξουδετερώνουμε και μην έχοντας άλλο μέσο να θεαθούμε τους κανόνες του γίγνεσθαι μας, γινόμαστε έρμαια των λαθών μας.

Η θεωρία χάνει τον εαυτό της κι εξουδετερώνεται, όταν ορίζεται προς τα πίσω, προς αυτό που δεν είναι, όπως προς την πράξη. Τον βρίσκει μόνο όταν αναφέρεται στο καθαρό της είναι, το είναι του είναι της, από το οποίο αντλεί το χαρακτηριστικό της πλεόνασμα, αυτό που της δίνει την ξεχωριστή της υπόσταση. Η καθαρότητα τού είναι της βρίσκεται εν τω γίγνεσθαι της, που την άγει πέρα από κάθε της δεδομένο στα όρια της, εκεί όπου (προ)ορίζεται να ενωθεί με το πέραν αυτής, το α-θεώρητο απόλυτο Αυτού, που τη θέλγει ερω(τημα)τικά να ξεπεράσει τον εαυτό της και κάθε αυταρέσκεια της για να συνουσιαστεί τον ανείπωτο Λόγο του. Με τη συν-ουσιαστική κλιμάκωση προς τα όρια της και την ολοκλήρωση του ορισμού της επέρχεται η κατάνυξη, στην οποία αποσκοπεί η θεωρία. Μόνο με την τελείωση του θεωρητικού λόγου έρχεται η ποθητή σιωπή, όχι πριν και όχι αποσιωπώντας τον.

Η ησυχία, η ηρεμία και η απλότητα έρχονται με τη συστηματική γενίκευση της θεωρητικής σκέψης, αφού αυτή ξεπεράσει το εγώ της αναφερόμενη σε Αυτό που την ξεπερνά και την καθορίζει. Το πλεόνασμα της θεωρητικής μας σκέψης, ως σκέψης που δεν χωράει μες τα πράγματα, δεν αρκείται σε αυτά και θέλει να θεωρήσει πέραν αυτών το πριν ή το μετά τους, δεν θα μας αφήσει ήσυχους αν δεν το διαθέσουμε πλήρως και σύμφωνα με τις εγγενείς οδηγίες του προς την κατεύθυνση που πρέπει να διατεθεί, δηλαδή στην εννόηση του Όλου. Εφόσον η θεωρητική μας δύναμη ξεδιπλωθεί προς το Όλον, φανερώνοντας όλες τις δυνατότητες της να το εννοήσει, και δεν συμπυκνώνει μέσα της τίποτε αφανέρωτο που να τη σκοτεινιάζει και να τη θολώνει, τότε, η γενική θεωρία που συγκροτεί, μπορεί να θεωρηθεί διαυγής και απλή, άγοντας μας στην ηρεμία και την απλότητα. Η υπόσχεση της ηρεμίας που βρίσκεται πίσω από την υπόσχεση της θεωρίας, έλκει την πράξη να την ακολουθήσει στον δρόμο που ανοίγει με την πλήρη διάθεση του θεωρητικού πλεονάσματος της στην εννόηση του γίγνεσθαι ως Είναι, στη σύλληψη του ασύλληπτου Αυτού και στη γνώση του άγνωστου Λόγου του. Ανάλογα, η πράξη ορίζεται καθαρά και πλεονασματικά όχι ως προς αυτό που δεν είναι, σαν αντίθετη, ας πούμε, της απραξίας (με την οποία έχουν μπερδέψει κάποιοι τη θεωρία), αλλά ως προς το πέραν αυτής, με το οποίο τείνει να ενωθεί για να ολοκληρώσει τον πραγματο-ποιητικό (προ)ορισμό της, δηλαδή ως προς αυτό που τη ξεπερνά και την καθορίζει, δηλαδή την θεωρία.

Η γενική θεωρία εντείνει τη γνώση να γενικευτεί πέραν του ήδη γνωστού, για να βρει το σωστό χωρίς να βασίζεται στο λάθος κι έτσι να ανοίξει ασφαλή δρόμο στη πράξη. Αυτό το άνοιγμα η θεωρία δεν μπορεί να το επιτύχει αν δεν αναμετριέται με το αδύνατο αναγόμενη στην εννόηση του Όλου μέσω των εννοιών που αναφέρονται άμεσα σε Αυτό (όπως, τελειότητα, πληρότητα, ταυτότητα, κλπ.). Χωρίς τις καθαρά αναφορικές έννοιες στο σύστημα της, η θεωρία δεν μπορεί να αναχθεί πέραν του εγώ της στο α-θεώρητο Αυτό και να γενικευθεί στην εννόηση του Γένους μας, ώστε να συντονίσει τις επιμέρους μας πράξεις στον γενικό ρυθμό του γίγνεσθαι μας.

Ο τονισμός της ηγετικής σημασίας της γενικής θεωρίας βγαίνει από την ανάγκη συντονισμού μας με το γενικότερο γίγνεσθαι, την οποία αυτή εξυπηρετεί, αρκεί να μην μένει κλειστή στον εαυτό της (με τον ακαδημαϊσμό), ούτε να ορίζεται προς ό,τι δεν είναι (με τον πραγματισμό), αλλά να αναφέρεται άμεσα σε Αυτό που τη ξεπερνά και τη καθορίζει. Ο ρόλος της γενικής θεωρίας είναι καθαρά ηγετικός, εφόσον αυτή άπτεται μόνο θεμάτων ηγεσίας και δεν ασχολείται με όλα που μας απασχολούν, ώστε να γίνεται ολοκληρωτική. Το δικό της αντικείμενο είναι το όλον, όχι τα όλα. Η ειδικότητα της είναι το γενικό και ως καθαρά γενική δεν ενδιαφέρεται να τα πει όλα συμπεριλαμβάνοντας το παραμικρό στο σύστημα της, αλλά να βρει τους γενικούς κανόνες στους οποίους υπακούουν όλα για να είναι και να γίνονται κάτι, ώστε ανάλογα να ρυθμίσουμε τις πράξεις μας. Για να μπορέσει να διακρίνει αυτούς τους κανόνες, όχι μόνο δεν πρέπει να απασχολείται με κάθε τι, αλλά πρέπει να αφαιρεί από κάθε τι τη μερική ειδικότητα του αναδεικνύοντας τη γενικότητα του.

Κινούμενη αφαιρετικά η θεωρητική σκέψη μπορεί να συνθέσει τη γενική θεωρία που χρειαζόμαστε, ώστε περνώντας μετά από την αφαιρετική της σκέψη στη συνθετική και ακολούθως στην πρακτική να βρούμε τη σύνδεση των γενικών κανόνων του γίγνεσθαι με τη (ει)δική μας πραγματικότητα και να νομοθετήσουμε αναλόγως. Αντιστρόφως ανάλογα, οι ειδικές γνώσεις που μας παρέχει η επιμέρους σκέψη (η αναλυτική των πραγμάτων και η συνθετική της επιβεβαίωσης των συμπερασμάτων της αναλυτικής), όπως και η εμπειρία από την πρακτική εφαρμογή της θεωρίας, προωθούν την γενική θεωρία διπλά. Από τη μία, την ωθούν σε γενικότερα συμπεράσματα, αφού της παρέχουν επιπλέον πληροφορίες να γενικεύσει. Από την άλλη, τη διασφαλίζουν από ατοπήματα διορθώνοντας τα λάθη των γενικεύσεων της, όταν οι αφαιρετικές διαπιστώσεις της δεν ταιριάζουν με τις συγκεκριμένες παρατηρήσεις της σκέψης. Όσα περισσότερα ξέρουμε για τον συγκεκριμένο τρόπο που υπάρχουν τα πράγματα, τόσο σωστότερα μπορούμε να γενικεύουμε. Όσο περισσότερο μπορούμε να γενικεύουμε γενικεύοντας όλο και περισσότερες παρατηρήσεις μας, τόσο πιο κοντά είμαστε στο να συγκεκριμενοποιήσουμε τους γενικούς κανόνες του γίγνεσθαι μας, άρα να προσεγγίσουμε τον τρόπο Αυτού, με τον οποίο να συμμορφωθούμε.

Η αφαιρετική δύναμη της θεωρητικής σκέψης, με το εννοιολογικό της δυναμικό, εξουδετερώνεται όταν Αυτό εκλαμβάνεται ως ήδη γνωστό και συγκεκριμένο (με τη μορφή κάποιας θεότητας ή κάποιου θεωρητικού δόγματος), οπότε ακυρώνεται και κάθε λόγος περαιτέρω αφαίρεσης για να προσεγγιστεί. Όταν η νόηση μας καθηλώνεται σε γονυκλισίες γενικοποιημένων μερικοτήτων, όχι μόνο δεν μπορεί να αρθεί στο ύψος του γίγνεσθαι και να συλλάβει το γενικό ως γενικό, αλλά αδυνατεί να γενικεύσει στοιχειωδώς και το μερικό, το οποίο αναπτύσσεται μετά ανεξέλεγκτα συσσωρεύοντας αποσπασματικές γνώσεις, οι οποίες πολλαπλασιάζουν τόσο επικίνδυνα την αποσπασματικότητά μας, ώστε μέσα στο χάσμα που ανοίγει ανάμεσα σε εμάς και το γενικό να κινδυνεύουν να παρασυρθούν και οι ίδιες οι ειδικές γνώσεις. Ο κίνδυνος του σκοταδισμού που κρύβεται πίσω από κάθε ονομασία δήθεν αποκαλυπτική Αυτού, δεν απειλεί μόνο τη γενική θεωρία, αλλά και κάθε είδους γνώση, που ως γνώση έχει κατακτηθεί από το θάρρος του ανθρώπου να δει το άγνωστο καθαρά, με μόνο μέσο την έλλογη σκέψη του.

[20]

Όπως Αυτό δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί από κανέναν, ούτε οι κανόνες του γίγνεσθαι, ούτε και το μέσον αναγνώρισης τους, ο λόγος, είναι ιδιοκτησία κανενός. Οι κανόνες του είναι εκ φύσεως τόσο γενικοί που περιλαμβάνουν τον καθένα μας, όπως και η δυνατότητα να εννοηθούν βρίσκεται μέσα σε όλους όσους έχουν νόηση. Αυτό επιτρέπει στο κάθε άτομο να αναπτύξει τη δική του σκέψη για να τους εξερευνήσει στη γενικότητα τους ή στον ειδικό τρόπο εκδήλωσης τους μέσα στα γενικά πλαίσια του γίγνεσθαι, που ισχύουν για όλους και για το κάθε τι. Γι’ αυτό ακριβώς, οι ισχύουσες γενικεύσεις πρέπει να είναι τόσο γενικές, ώστε να γενικεύουν όλα όσα γνωρίζουμε και να μπορούν, επίσης, να γενικευτούν περαιτέρω από την γνωστική δύναμη του καθένα· αρκεί αυτή να μην τους παραβιάζει, αλλά ούτε να την προκαταλαμβάνουν με κάποιο ειδικό περιεχόμενο, παρά να της δίνουν το γενικό πλαίσιο και την κατεύθυνση από τα μέσα, όχι από τα έξω (εξουσιαστικά), αλλά μέσα από το ίδιο το γίγνεσθαι της σκέψης του καθένα για το γίγνεσθαι γενικά. Μια τέτοια ενδογενής νομοθεσία των κανόνων του γίγνεσθαι, αν και φαίνεται τόσο γενική, αντικειμενική και ουδέτερη, όχι μόνο δεν εξουδετερώνει το άτομο, αλλά του αναγνωρίζει την ελευθερία της άποψης του και για αυτό το καθιστά υπεύθυνο.

Η υπευθυνότητα συνοδεύει την ελευθερία, εφόσον η ελευθερία ακολουθεί πιστά την νομοθεσία, που την αναγνωρίζει. Η νομοθεσία αυτή όντας ενδογενής, ως προερχόμενη από τη δική μας εννόηση του Λόγου Αυτού, όπως μας παρουσιάζεται στους κανόνες του γίγνεσθαι, και όχι επιβεβλημένη, άπτεται τόσο της ελευθερίας του νου μας, όσο και των λογικών του δεσμεύσεων. Έτσι, από τη μια, μας προστατεύει από την αλόγιστη χρήση της ελευθερίας, ενώ, από την άλλη, μας παρακινεί στην μέγιστη δυνατή χρησιμοποίηση της.

Η μεγιστοποίηση της κίνησης των ατόμων είναι κανόνας του γίγνεσθαι, άρα η ελευθερία που τους παρέχεται για να κινηθούν είναι υποχρεωτική, για τον ίδιο λόγο που είναι υποχρεωτική και η διαφοροποίηση τους, ως απαραίτητη στην μορφο-ποιητική του λειτουργία. Η δέσμευση της ελευθερίας βρίσκεται μέσα στο γίγνεσθαι εξ Αυτού και δεσμεύει εν Αυτώ κάθε νέα μορφή, η οποία γεννάται εκ της πλήρους διαφοροποίησης ενός ατόμου λόγω μεγιστοποίησης της ελευθερίας του, μέχρι που να φτάσει τα όρια του κι εκεί να ενωθεί με κάτι άλλο για να παραχθεί η νέα μορφή. Η δέσμευση αυτή δεν είναι σχετική και υποκειμενική ή αποφασισμένη κι επιβεβλημένη από κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων, όποια εξουσία κι αν έχουν, αλλά είναι ο λειτουργικός σύνδεσμος του γίγνεσθαι με Αυτό, που δεσμεύει την ελεύθερη μορφοποίηση του εν Αυτώ, εντός της τελειότητας του, οδηγώντας έτσι τις μορφές στην τάξη της ομορφιάς, στον ρυθμό της αρμονίας και στο μέτρο του τέλειου.

Κάθε τι διαφορετικό, άρα και κάθε ελευθερία που το συνιστά ως διαφορετικό και το επιτρέπει να κινηθεί, δεσμεύεται από την κατεύθυνση ταυτοποίησης του εν Αυτώ, την οποία πρέπει να ακολουθεί υποχρεωτικά, αφού αυτή του δίνει τη δύναμη της κίνησης, άρα την ελευθερία του. Η δέσμευση της ελευθερίας είναι διπλή για τα άτομα, από τη μια τα δεσμεύει στην υποχρεωτική πλήρη χρήση της, ώστε να μεγιστοποιήσουν τη διαφορά τους και από την άλλη τα δεσμεύει στους όρους χρήσης της, οι οποίοι τα κατευθύνουν στην ταυτοποίηση τους και τα υποχρεώνουν στην υπέρβαση τής ελευθερίας τους (αφού την έχουν μεγιστοποιήσει), και στον δεσμό τους με κάτι άλλο πέραν αυτής.
Αυτό που συναντούν τα άτομα στο τέρμα της απελευθέρωσης τους και ό,τι τους περιμένει εκεί, όποιο κι αν είναι αυτό, συνιστά τον ταυτο-ποιητικό τους δεσμό, τον μόνο γόνιμο κατά το γίγνεσθαι αυτών, που τα προ-ώθησε εκεί και τον μόνο που τα δεσμεύει ολοκληρωτικά. Σε αυτό το σημείο, τα άτομα δεν έχουν άλλη ενέργεια να κινηθούν περαιτέρω και να απομακρυνθούν, αφού έχουν εξαντλήσει τα περιθώρια τής ελευθερίας που τους δίνει η αδέσμευτη ενέργεια που τους παρέχει το γίγνεσθαι. Ο δεσμός που παράγεται τότε, είναι τόσο ισχυρός που απορροφά τα άτομα καθ’ ολοκληρία, διότι αυτά μη έχοντας το περιθώριο να διαφύγουν δίνονται πλήρως στη σχέση διαθέτοντας όλη την ενέργεια που τα συγκροτεί ως κάτι σε αυτό από το οποίο συγκρατούνται, δηλαδή στο άλλο τους μισό μέσα στον δεσμό. Η μεταξύ τους σχέση είναι αναγκαστικά αμοιβαία, διότι αν το άλλο μισό δεν δεσμευόταν ανάλογα θα τα έδιωχνε, οπότε με την ώθηση του θα τα ανάγκαζε να κινηθούν περαιτέρω, αφού, έχοντας εξαντλήσει την ελευθερία τους και κάθε δυνατότητα αντίδρασης, δεν θα είχαν άλλη δυνατότητα επιλογής.

Η πλήρης και αμοιβαία διάθεση των εγώ στο «εμείς» του ταυτο-ποιητικού τους δεσμού παράγει κάτι τρίτο μέσα από την ενέργεια που αναβλύζει πληθωρικά περισσεύοντας από το εκπληρωμένο «εμείς». Το περίσσευμα της ξεχειλίζει αναγκαστικά και χύνεται στο καλούπι μιας νέας μορφής, σε κάτι το τρίτο, το διαφορετικό, επειδή το «εμείς» μη όντας κάποια οντότητα αφ’ εαυτού, αλλά μόνο σχέση, δηλαδή καθαρή ενέργεια, εκλύεται προς τα έξω, στον χώρο, για να δεσμεύσει (ή να αποδεσμεύσει) την ύλη που χρειάζεται, ώστε να πάρει μορφή. Η καινούργια μορφή, ως κάτι τρίτο, θα κινηθεί ανάλογα στη συνέχεια, μέχρι να διοχετεύσει την περατότητα της (ή την περιττότητα της, ως κάτι τρίτο, δηλαδή περιττό αριθμητικά) στην αρτιότητα του δύο σε ένα νέο «εμείς», και ούτω καθ’ εξής, μέχρι να μην υπάρχει άλλο περιθώριο κίνησης, κανένα περίσσευμα ενέργειας και καμία περαιτέρω ελευθερία των όντων. Αυτό, βέβαια, δεν ξέρουμε αν θα συμβεί ποτέ, κι αν τότε θα υπάρξει αέναη και κυκλική ή αντίστροφη και αρνητική κίνηση, αλλά ξέρουμε ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε σε αυτή τη φάση του γίγνεσθαι, που κινείται κατ’ αυτόν τον θετικό τρόπο, ως προς τον οποίο πρέπει να συμμορφωθούμε αναγκαστικά διαθέτοντας το πλεόνασμα μας ανάλογα, αν θέλουμε να έχουμε το υπερ-θετικό αποτέλεσμα που χρειάζεται η περαιτέρω μορφο-ποίηση μας και η ευόδωση της εξέλιξης μας.

Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η γύρω μας φύση στη γη έχει περάσει στη φάση του αέναου γίγνεσθαι με το αυτορυθμιζόμενο οικοσύστημα της και τις εναλλαγές των εποχών της (αν και δεν μπορούμε να τη διαχωρίσουμε από το ευρύτερο συμπαντικό γίγνεσθαι στο οποίο εντάσσεται, ούτε να εξαιρέσουμε τον άνθρωπο από το δικό της), το γίγνεσθαι του ανθρώπου βρίσκεται ακόμη σε φάση θετικής εξέλιξης, δηλαδή, περαιτέρω μορφο-ποίησης του μέσα από συν-ενώσεις, λόγω υπεροχής του συν (πλέον) σαν θετικό πρόσημο της πλεονάζουσας ενέργειας του, που του δίνει την αναγκαία ελευθερία να διαφοροποιηθεί και να κινηθεί προς ταυτο-ποιητική ένωση με κάτι άλλο για να παραχθεί ένα τρίτο, κοκ. Η εξέλιξη αυτή είναι θετική, δυνατή και αναγκαία διότι υφίσταται πλεόνασμα ανθρώπινης ενέργειας, το οποίο οφείλεται πρωτίστως στην έλλογη υπεροχή του ανθρώπου και δευτερευόντως σε άλλα μέσα (όρθιο βάδισμα, επιδεξιότητα χεριών, κλπ.) που μπορεί να του δίνουν πλεονεκτήματα σε σχέση με τα άλλα όντα της γης, τα οποία έχουν σταθεροποιήσει, συγκριτικά με αυτόν, τη μορφή της ύπαρξης τους. Η ελευθερία που έχουμε μας επιτρέπει να χειριστούμε και αρνητικά το πλεόνασμα μας, κατακρατώντας το παθητικά στον εαυτό μας ή αποσπώντας το επιθετικά από άλλους ή καταστρέφοντας το. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να μεταστρέψει τη φορά του γίγνεσθαι μας σε αρνητική. Το θετικό πρόσημο της κίνησης δεν το αποφασίζουμε εμείς για να το χαρακτηρίσουμε κατά βούληση, όπως και δεν επιλέγουμε εμείς την ελευθερία μας, αλλά μας δόθηκε από το γίγνεσθαι, που κινείται μαθηματικά με αυτόν τον τρόπο κι έτσι μας κατευθύνει κι εμάς, θετικά αναγκαστικά.

Η εξέλιξη είναι θετική αναγκαστικά, ακόμη κι αν ο άνθρωπος κάνει αρνητική χρήση της ελευθερίας του, όπως για να αφαιρέσει πλούτο καταστρέφοντας και όχι να προσθέσει δημιουργώντας ή κάνει πλημμελή χρήση της, όπως εκχωρώντας τα δικαιώματά της σε άλλους. Η όποια αρνητικότητα του δεν μένει αναπάντητη, αλλά έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την καταστροφή του πλεονάσματος που του έδωσε την ελευθερία, την οποία αχρήστευσε. Η καταστροφή εξανεμίζοντας τη δυνατότητα της περαιτέρω εξέλιξης του, τον υποβιβάζει κατά στάδια μέχρις ότου σταθεροποιείται σε μια νέα θέση, έστω και αν αυτή είναι κατώτερη από τη προηγούμενη και φτωχότερη σε επιλογές. Από τη θέση αυτή και μετά, ο άνθρωπος θα αναγκαστεί πάλι να κινηθεί θετικά, με όση ελευθερία του έχει απομείνει, εκτός αν την χάσει οριστικά και αφανιστεί σαν έλλογη δυνατότητα τού Είναι στη γη.

Όσο υπάρχει ο άνθρωπος θα είναι αναγκασμένος να είναι ελεύθερος, όπως και να κινείται θετικά, προς τα μπρος. Ο μηχανικός, αντικειμενικός και γενικός νόμος της κίνησης τον υποχρεώνει σε υπέρβαση της πραγματικότητας του και απελευθέρωση από τις δεσμεύσεις που τον αδρανοποιούν, ώστε να μπορεί να κινηθεί. Η κίνηση του είναι αναγκαστικά προς τα μπρος, αφού δεν μπορεί να πάει προς τα πίσω (ανάποδα στον χρόνο), ούτε να μείνει ακίνητος (ενώ η γενική κίνηση είναι θετική) χωρίς να πέσει. Η ελευθερία τού δίνει τον κενό χώρο, το ελεύθερο από ύλη διάστημα, που χρειάζεται η κίνηση του. Αυτό το περιθώριο κίνησης τού δίνεται από το γίγνεσθαι με τον όρο να χρησιμοποιηθεί, να βαδιστεί, να γεμίσει ύλη και μορφή, όχι να μείνει αβάδιστο και κενό. Η κενή έκταση δεν επιτρέπεται από την πληρότητα Αυτού παρά σαν έν-τάση, σαν τάση και φορά της κίνησης προς το Εν Αυτώ, όχι σαν χάσμα που δεν διανύεται. Αν υπάρξει τέτοιο χάσμα στο γίγνεσθαι, θα υπάρξει αναγκαστικά συστολή τού Είναι, για να καλυφθεί το κενό. Η συστολή αυτή σημαίνει περικοπή της ελευθερίας με τον περιορισμό των δυνατοτήτων επιλογής, που επέρχεται λόγω της φτώχειας που φέρνει η καταστροφή του πλούτου, την οποία προκαλεί η αρνητική χρήση της ελευθερίας, η οποία επιφέρει καταστροφή πλεονάσματος.

Σε εμάς έγκειται να συμμορφωθούμε με τους νόμους της κίνησης, ώστε να ανταμειφθούμε με πλούτο επιλογών ή να του εναντιωθούμε, οπότε, καταστρέφοντας τις δυνατότητες επιλογών μας, να κινηθούμε εξ’ ανάγκης. Αν ο άνθρωπος δεν κινηθεί θετικά με το καλό, δια-θέτοντας το πλεόνασμα του και χρησιμοποιώντας πλήρως την ελευθερία του, θα κινηθεί με τη βία, διότι εν τω γίγνεσθαι δεν υπάρχει ακινησία. Η μόνη δυνατή ακινησία είναι η απόλυτη κίνηση και βρίσκεται στην ταυτόχρονη κίνηση του κινούμενου με το όλον της κίνησης, δηλαδή στην ταύτιση του με το κινούν, άρα είναι ιδιότητα Αυτού, όπως και κάθε τι απόλυτο.

[21]

Αφού Αυτό βρίσκεται παντού και είναι τα πάντα, υπάρχει τόσο μέσα μας όσο και μέσα από μας, όπως και εμείς υπάρχουμε τόσο μέσα του όσο και μέσω Αυτού. Εμείς, βέβαια, δεν είμαστε παντού και στα πάντα, ούτε υπάρχουμε μέσω και άλλων όπως Αυτό, αλλά, υπάρχουμε μόνο μέσω του εαυτού μας, που ενυπάρχει σε Αυτό. Μεταξύ μας υπάρχει διαφορά κλίμακας, διότι Αυτό είναι το Όλον, που εμπεριέχει όλα τα μέρη, ενώ εμείς είμαστε ένα μέρος του Όλου. Με αυτήν την έννοια, οι ιδιότητες Αυτού είναι εν μέρει και δικές μας, αλλά όχι στον απόλυτο βαθμό τους, ούτε απαράλλαχτες, όπως μόνο Εν Αυτώ υφίστανται. Μέσα από εμάς σχετικοποιούνται και παραλλάσσονται, χωρίς να χάνουν την απολυτότητα τους, όπως δεν την χάνει και Αυτό όντας εμείς. Το απόλυτο υπάρχει μέσα μας και μέσα από εμάς στη σχετική μορφή του, που δεν είναι παρά μια παραλλαγή του, όπως και κάθε μορφή είναι μια παραλλαγή τού Είναι· γεγονός που προξενεί το λάθος να εκλαμβάνουμε τη μορφή ως Είναι και το σχετικό ως απόλυτο, ενώ δεν είναι παρά εκφράσεις τους.

Όταν κάποια δική μας έκφραση, διατυπωμένη με τα πεπερασμένα μας μέσα, ισχυρίζεται ότι εκφράζει κυριολεκτικά το απόλυτο και αυτοπαρουσιάζεται ως η εικόνα της ολότητας αυτοπροσώπως, μπορεί να παγιδεύσει με την απολυτότητα της το πνεύμα και να το υποτάξει στον ολοκληρωτισμό της, διότι ο ανθρώπινος λόγος τείνει εκ φύσεως στην ολοκλήρωση των παρατηρήσεων του αναζητώντας το όλον των λογικών του εκφράσεων και το τελικό τους συμπέρασμα. Ειδικά, κάποιος νους βυθισμένος σε πνευματική οκνηρία, μπορεί να εξαπατηθεί ευκολότερα και να υιοθετήσει τις πειθήνιες διατυπώσεις που του υπόσχονται ετοιμοπαράδοτο το όλον, απαλλάσσοντας τον από την αναζήτηση του, την οποία διεκπεραιώνουν εργολαβικά οι «πνευματικοί ηγέτες» του, με αντίτιμο την υποταγή του στην εξουσία τους ή στην εξουσία αυτών που υπηρετούν.

Η φυσική τάση για ολο-ποίηση που χαρακτηρίζει τον λόγο μας, οφείλεται στην υπάρχουσα εντός του απολυτότητα του Λόγου. Εξ αιτίας της, μπορούμε να αναζητούμε πέρα από τις μορφές το Είναι τους και να αναφερόμαστε στο Όλον, παρόλο που είναι αδύνατον να έχουμε την εμπειρία του. Είμαστε, όμως, σίγουροι ότι υπάρχει, κι αυτό δεν είναι μια αυταπάτη, αλλά η απόλυτη γνώση που ενυπάρχει ως βαθιά πίστη μέσα στον λόγο μας, ο οποίος υπάρχει σαν μια έκφραση του Λόγου και της απολυτότητας του, όντας παραλλαγή, είδος, μορφή και τρόπος έκφρασης του, και όχι ο Λόγος αυτός καθ’ αυτός. Η (αυτ)απάτη βρίσκεται στη σχετική γνώση, όταν υποκρίνεται την απόλυτη ή όταν την αποκρύπτει αποκηρύσσοντας την ως μη υπαρκτή. Η απόλυτη γνώση υπάρχει σαν εγγενές ζητούμενο του λόγου μας, που ως γέννημα του Λόγου, λειτουργεί εκ φύσεως ως προς το καταγωγικό του απόλυτο και σε αναφορά προς αυτό. Παρόλο που δεν το ξέρει ακριβώς, ούτε πρόκειται ποτέ να το μάθει, κινείται μέσα από αυτό και ως προς αυτό, λειτουργώντας γνωστικά μέσα σε ένα περιβάλλον πίστης.

Το απόλυτο δεν είναι κάτι απτό για να το εντοπίσουμε, ούτε κάτι ανύπαρκτο για να μη το αναζητήσουμε. Είναι υπαρκτό σαν ενυπάρχουσα τάση μας προς το Όλον. Υπάρχει εντός μας ως ένταση κι όχι εκτός μας ως έκταση. Δεν καταλαμβάνει κάποιο χώρο ώστε να το εντοπίσουμε κάπου, αλλά όντας το Όλον του χώρου, μας εντείνει να τον καταλάβουμε με τις μορφές και τις εκφράσεις μας, εκτείνοντας τες μέχρι τα όρια τους. Επειδή δεν πιάνει χώρο, αφού Είναι ο χώρος, δεν βρίσκεται άπιαστο κάπου έξω από εμάς, σαν να κάθεται σε κάποια απρόσιτη κορυφή ή σε ένα ουράνιο υψίπεδο, όπως μυθολογείται. Ούτε είναι ανύπαρκτο, επειδή δεν είναι ορατό, όπως μας προσγειώνουν κάποιοι παραγνωρίζοντας ότι μη καταλαμβάνοντας συγκεκριμένη έκταση, δεν έχει διαστάσεις και μετρήσιμη ποσότητα, άρα δεν είναι παρατηρίσιμο εξωτερικά. Το απόλυτο δεν είναι ποσότητα· είναι ποιότητα.

Την αδιαμφισβήτητη ύπαρξη του απόλυτου ως τάσης που μας άγει στο Όλον δεν μπορούμε να την αποδείξουμε εξωτερικά, παρουσιάζοντας κάποιο σχήμα της λογικό ή άλλο, αλλά μόνο να τη δεχτούμε σαν αυταπόδεικτη μέσα από την ίδια την τάση μας προς ολοκλήρωση. Αποδεχόμενοι την έν-ταση μας προς το απόλυτο ως τάση ολοκλήρωσης και εμπιστευόμενοι την πίστη μας σ’ αυτό ως φυσική παρόρμηση του λόγου μας προς τον Λόγο Αυτού, μπορούμε να ενστερνιστούμε τη λειτουργική δυναμική της. Ενσωματώνοντας τη στη συνείδηση μας, μπορούμε να διακρίνουμε καθαρότερα τι μας άγει σε Αυτό και τι μας απομακρύνει, ανάλογα με την ευφορία και τη δυσφορία που μας προκαλεί άγοντας μας ή όχι στην τριαδική ταυτοποίηση μας εν Αυτώ. Συνειδητοποιώντας τη λειτουργική συνάρτηση μας με το απόλυτο και συναρτώντας τη γνώση μας με τη πίστη, συνδεόμαστε σώματι και πνεύματι με τη ψυχή μας ανάγοντας αβίαστα το σχετικό της ύπαρξης μας στο απόλυτο είναι της.

Αν αποφεύγουμε τη φυσική αναγωγή μας στο απόλυτο, αγνοώντας την ή περιορίζοντας τη σε κάποια θεοποιημένη μερικότητα ή σε κάποιο «άθεο» σχετικισμό χάνουμε από τον θεωρητικό μας ορίζοντα την προοπτική τής ψυχή μας, που μας άγει αλάνθαστα σε Αυτό. Χωρίς άξονα και οδηγό, η σύγκλιση της θέσης μας με τη φύση μας και η άρτια ολοκλήρωση μας γίνεται δυσχερέστερη και μπορεί να «σπάσουμε» ψυχολογικά από τη δυσκολία, όντας εξασθενημένοι λόγω της απόκλισης από το είναι μας και της παρατεταμένης παραμονής μας σε μια πραγματικότητα που δεν μας ευφορεί. Το ψυχολογικό «σπάσιμο» συμφέρει τους επιτήδειους που εκμεταλλεύονται τη διάλυση των ατόμων για να ισχυροποιηθούν (ε)αυτοκρατορικά με την πολτοποίηση τους σε μάζα. Επειδή, όμως, το απόλυτο δεν μπορεί να ξεριζωθεί, όντας εγγενές στοιχείο του ανθρώπου, εξομαλύνεται και σχετικοποιείται έτσι ώστε να μην ενοχλεί τα καθεστώτα τους, αλλά να τα εξυπηρετεί με τις διάφορες συμβατές, εποχικές και ιστορικές μορφές που του δίνουν.

Μπορεί η διαδοχή των ιστορικών μορφών του απόλυτου να έχει παίξει ρόλο στην εξέλιξη του ανθρώπου, όμως η συνέχιση της τον κρατά δέσμιο της ιστορίας του και της επανάληψης της. Η αποδοχή της ιστορικότητας του απόλυτου δεν μπορεί να μας απελευθερώσει από τις σχετικές μορφές του, εφόσον δεν ανοίγεται ερω(τημα)τικά και πέρα από κάθε ιστορικό προηγούμενο στην ασύλληπτη καθαρότητα του. Όσοι σκεφτόμενοι «ιστορικά» αναζητούν το απόλυτο μέσα στην εποχή τους, σαν να πρόκειται για μόδα, την οποία πρέπει έγκαιρα να «πιάσουν» για να μη μείνουν πίσω, θα τρέχουν πάντα πίσω από την ιστορία, που θα βρίσκεται συνεχώς ένα βήμα μπροστά τους, εκτός αν την ξεπεράσουν αναφερόμενοι καθαρά στο καθαρό απόλυτο.

Το κλειδί της απελευθέρωσης της ανθρώπινης ενέργειας που είναι εγκλωβισμένη στον τροχό της ιστορίας, που ανακυκλώνεται ξοδεύοντας το ενεργειακό της πλεόνασμα χωρίς να το μετασχηματίζει σε κοινό πλούτο, βρίσκεται στην απελευθέρωση του απόλυτου από τις ανά εποχές (κατά)χρηστικές μορφές του, οι οποίες διαμορφώνουν ανάλογα (κατά)χρηστικά και τη συνθήκη ύπαρξης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος όντας έλλογος, και ο λόγος του όντας έκφραση του Λόγου, στηρίζεται πάντα στο εγγενές του απόλυτο, συνειδητά ή όχι, για να εκφρασθεί λογικά και να πράξει ανάλογα. Το απόλυτο είναι η (συνειδητή ή όχι) σταθερά βάσει της οποίας συγκροτείται η όποια πραγματικότητα του ανθρώπου και ως προς την οποία συνέχεται κοινωνικά. Όσο πιο κλειστή η κοινωνία, τόσο πιο περιορισμένη εκδοχή του απόλυτου υιοθετεί, όσο πιο σκοταδιστική, τόσο λιγότερο καθαρή η αναφορά της σε αυτό. Μια κοινωνία «κλειδώνει» παίρνοντας μια συγκεκριμένη μορφή ανάλογα με τη μορφή του απόλυτου που υιοθετεί· όσοι κρατούν τα κλειδιά της πλουτίζουν, οι άλλοι πρέπει να φιλούν τα χέρια τους για φιλοδώρημα. Αυτοί που αντιδρούν στις σχετικές μορφές του απόλυτου και στα καθεστώτα που στηρίζουν, κάνουν λάθος όταν αμφισβητούν το ίδιο το απόλυτο διακηρύσσοντας τη σχετικότητα σαν επαναστατικό τους κανόνα, χωρίς να διαβλέπουν ότι το σχετικό εξυπηρετεί τους ισχυρούς, δηλαδή τους ισχυροποιημένους από την σχετικοποίηση του απόλυτου στα δικά τους μέτρα.

Ο σχετικισμός αναδεικνύει ως λογική του συνέπεια το μέσο ως σκοπό, αφού δεν αποδέχεται το απόλυτο ως σταθερό σημείο αναφοράς προς κάτι τρίτο των δύο μερών που συναλλάσσονται σε μια σχέση, οπότε αυτό που κυριαρχεί είναι η ίδια η συναλλαγή τους και τα μέσα της. Έτσι φτάνουμε στην κυριαρχία της εμμεσότητας, όπως για παράδειγμα την κυριάρχηση του οικονομισμού, με το χρήμα-μέσο να έχει αναδειχθεί σε καθαρή αξία και τιμή του απόλυτου. Η προφάνεια του χρήματος-μέσου σαν απαραίτητης διαπραγματευτικής συνιστώσας, μπορεί να συνέχει τα άτομα βάσει της σταθεράς του, αλλά συνάμα τα καθηλώνει στον μέσο όρο της μάζας που διασφαλίζει με τον χειραγωγίσιμο καταναλωτισμό της την αγορά. Η αγοραία κοινωνία, που δέχεται το χρήμα σαν αξία κοινωνική, δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από τη μάζα και να εξελιχθεί ποιοτικά, επειδή φορτίζει με την ένταση του απόλυτου κάτι ποσοτικό όπως το χρήμα, από το οποίο δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί, τη στιγμή που αυτό έχει αποκτήσει τη δύναμη του απόλυτου. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να συνεχίσει να το αυξάνει ποσοτικά, αυτοπαγιδευμένη σε έναν επιταχυνόμενο επεκτατισμό που θα σταματήσει μόνο στην κατά μέτωπο σύγκρουση του με τη φύση, όταν εξαντλήσει όλους τους πόρους της. Για αυτό, όσο κι αν καταγγέλλεται ο παγκοσμιοποιημένος οικονομισμός, δεν πρόκειται να κλονιστεί, αν δεν προσβάλλεται άμεσα η συνεκτική του σταθερά, η σχετικοποίηση του απόλυτου στα μέτρα του μέσου και η συναφής ποσοτικοποίηση του. Αν η κριτική εξαντλείται σε επιμέρους θέματα υιοθετώντας επιμέρους κριτήρια, χωρίς να αναφέρεται στο όλο όλων αυτών με κριτήριο το καθαρό απόλυτο, κι αν νομίζει ότι θα διορθώσει τα λάθη που γίνονται, χωρίς να θίγει τη βαθύτερη αιτία τους, παίζει ρόλο μάλλον οικονομικού συμβούλου για την απρόσκοπτη επέκταση του αδηφάγου μηχανισμού της αγοράς, που κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα την καταβροχθίσει. Μόνο η υπερβατική κριτική, με την άμεση αναφορά της στο καθαρό απόλυτο, μπορεί να φορτίσει τα άτομα να απεγκλωβιστούν από την κυριαρχία της μάζας, την οποία μανατζάρουν οι λίγοι (όπως πάντα), που πλουτίζουν πολύ (αλλά τώρα, περισσότερο από ποτέ).

Το σχετικό εξυπηρετεί γενικά τους ισχυρούς· το απόλυτο κανέναν ειδικά. Είναι καθαρή ποιότητα Αυτού, ορίζοντας την ένταση τού καθένα μας να ολοκληρωθεί εν Αυτώ, συναρτώντας το μέρος του με την ολότητα του. Αν σχετικοποιούμε το απόλυτο υποτιμώντας την καθαρή του αξία ή διατιμώντας την με δικά μας μέτρα και σταθμά, χάνει την υπερβατική του ένταση και όντας εξασθενημένο αδυνατεί να μας βγάλει από την πραγματικότητα που μας δυσφορεί. Η καθαρή αναφορά στο απόλυτο, που δεν εξυπηρετεί καμία σκοπιμότητα κι άλλο σκοπό από το να μας άγει σε Αυτό, συντελεί στην κριτική υπέρβαση της πραγματικότητας μας και στην πραγματο-ποίηση των απώτατων επιθυμιών μας.

[22]

Η τάση μας προς την υπέρβαση που οδηγεί στην ολοκλήρωση μας εκδηλώνεται καθημερινά με τη μορφή των επιθυμιών μας. Οι επιθυμίες δηλώνουν ότι κάτι μας λείπει και μας παρακινούν προς ό,τι μπορεί να το συμπληρώσει. Όποια επιθυμία κι αν έχουμε, μας οδηγεί εκτός του εαυτού μας προς κάτι άλλο, με το οποίο επιθυμούμε να ενωθούμε για να νιώσουμε πλήρεις κι όχι απλά για να υπάρχουμε. Αυτό προσδίδει στις επιθυμίες τη ψυχολογική υφή που τις διαφοροποιεί από τις ανάγκες, οι οποίες αφορούν περιορισμένα την αυτοσυντήρηση μας και δεν αναφέρονται σε κάτι άλλο έξω από το εγώ στη σαρκική του υπόσταση.

Αρχικά, η ενέργεια που εκλύεται κατά τη βιοχημική λειτουργία του σώματος αναλώνεται εσωτερικά για την αυτοσυντήρηση του και το υπόλοιπο γίνεται η κινητήριος του δύναμη, η βούληση. Η βούληση κινεί το σώμα στην ανατροφοδότηση των λειτουργιών του παίρνοντας τη μορφή της ανάγκης, και όση περισσεύει κινητοποιεί το σώμα στη συνάρτηση της ενότητας του με το πνεύμα και τη ψυχή, ώστε να ολοκληρωθεί όπως η ενοποιητική του τριαδικότητα το εντέλλει παίρνοντας τη μορφή των επιθυμιών. Οι επιθυμίες, ως διαμορφώσεις της βούλησης από το πνεύμα και τη ψυχή, έχουν κάτι το άπιαστο και αόριστο, καθώς εμπνέουν το σώμα να ενωθεί με τον λόγο της ψυχής του, το απόλυτο Εν και μοναδικό Αυτό, το μόνο με το οποίο ικανοποιούνται οριστικά. Αντίθετα, οι ανάγκες ως σωματικές εντολές είναι ορισμένες και γι’ αυτό μπορούν να ικανοποιούνται κάποια στιγμή, ενώ, οι επιθυμίες ποτέ οριστικά.

Στα θέματα ανάγκης δεν τίθεται ζήτημα επιλογής, ούτε καμίας ηθικής σαν κάποιο «πρέπει». Είναι ένα αναπόδραστο συμβάν που ορίζεται από το ελάχιστο και απαραβίαστο όριο της ύπαρξης μας, τη σωματική της υπόσταση. Σε μια σωματική ανάγκη δεν ερωτείσαι αν «πρέπει» ή «δεν πρέπει» να την ικανοποιήσεις. Κινείσαι αναγκαστικά προς εκεί που σε κινεί. Η όποια ερώτηση και δυνατότητα επιλογής τίθεται στο πεδίο των επιθυμιών, οι οποίες ορίζουν και το μέγιστο της ύπαρξης μας. Εκεί εδράζει η ελευθερία και εκεί αρμόζουν τα όποια «πρέπει».

Στον βαθμό που η μεγιστοποίηση μας είναι αναγκαία για το γίγνεσθαι μας, στον ίδιο βαθμό πρέπει να ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας, απελευθερώνοντας τες αρχικά και δεσμευόμενοι μετά στην ικανοποίηση τους, όσο κι αν αυτή δεν επέρχεται ποτέ οριστικά, αφού καθεμία επιθυμία που ικανοποιείται, ακολουθείται από μια επόμενη κι αυτή από μια άλλη, την οποία οφείλουμε να ικανοποιούμε κι αυτή με τη σειρά της, διότι η όλη ακολουθία των επιθυμιών προέρχεται από το γίγνεσθαι και υπακούει σε αυτό. Εφόσον είμαστε συνειδητοί και ειλικρινείς με τις επιθυμίες μας, μπορούμε κάθε φορά να διακρίνουμε ποιά μάς αφορά στον μέγιστο βαθμό, ώστε να δεσμευτούμε στην ικανοποίηση της, η οποία θα μας οδηγήσει στην επόμενη της κι έτσι να είμαστε στη σωστή σειρά της μεγιστοποίησης μας. Αν κι έχουμε την ελευθερία να «πρέπει» να αρνηθούμε πολλές επιμέρους επιθυμίες, διότι «πρέπει» να δεσμευθούμε με κάποιες περισσότερο αναγκαίες, «δεν πρέπει» να αρνούμαστε γενικά την επιθυμία αυτή καθαυτή, διότι αυτή μας οδηγεί στο μέγιστο τείνοντας μας διαρκώς προς το απόλυτο, που την καθιστά ανικανοποίητη με το λίγο και το σχετικό. Με αυτήν την έννοια, η επιθυμία είναι αναγκαία, ενώ, η ανάγκη δεν είναι επιθυμητή, αλλά αναγκαστική.

Η τάση προς το απόλυτο είναι γενικό χαρακτηριστικό όλων των επιθυμιών κι αποτελεί το ακούσιο και μηχανικό κοινό τους στοιχείο, που τις συνδέει με την ανάγκη καθιστώντας αναγκαία τη διαδοχική ικανοποίηση τους και το οποίο ορίζει το απαραβίαστο ελάχιστο μέγιστο προς το οποίο πρέπει να τείνουν όλοι αναγκαστικά για να βρίσκονται στην τροχιά του γίγνεσθαι. Οι επιθυμίες ως αναγκαίες μιλούν τη γλώσσα του σώματος, του μεταδίδουν τα μηνύματα του πνεύματος και το κινούν σύμφωνα με τις εντολές της ψυχής ανάγοντας το τριαδικά στο Εν Αυτώ. Η διαρκής αναγωγή των επιθυμιών στο απόλυτο συμβαίνει από τη φύση τους. Αρκεί να τις ακολουθήσουμε φυσικά και αβίαστα για να έρθουμε σε επαφή με Αυτό και να εισέλθουμε στη φορά της ολοκλήρωσης μας, ζώντας ευφορικά και εύφορα. Ακόμη κι αν η πραγματοποίηση των επιθυμιών μας αναμετριέται συχνά με το αδύνατο, δεν πρέπει να υποχωρούμε, γιατί εκεί ακριβώς έγκειται τόσο η μέγιστη ικανοποίηση τους, όσο και η ικανοποίηση του μέγιστου στο οποίο μας τείνουν.
Οι επιθυμίες, όντας ο αγωγός της εκπλήρωσης μας, μας άγουν στην οριστικο-ποίηση του είναι μας, ωθώντας μας εν τω γίγνεσθαι του, ώστε να οριστούμε καθαρά ως προς αυτό που είμαστε, και όχι ως προς ό,τι δεν είμαστε. Η αντίσταση που συναντούν είναι η αντενέργεια αυτού που δεν είμαστε και δεν θέλει να γίνουμε, όπως θέλουμε να είμαστε. Αν είμαστε όμως κάτι, είμαστε γιατί υπερέχουμε αυτού που δεν είμαστε, υπερνικώντας την αντίσταση αυτού που ήδη είναι κάτι, αλλά δεν είναι αυτό που θέλουμε να είμαστε. Η αντίσταση του αντίθετού μας υπερνικείται αν θέλουμε αυτό που εν δυνάμει είμαστε και όχι κάτι που δεν είμαστε, ούτε πρόκειται ποτέ να γίνουμε, οπότε η αντίσταση που θα συναντήσουμε θα είναι άκαμπτη, διότι η παρα φύσει κίνηση μας προς το μη-είναι θα προσκρούσει στο ανυπέρβλητο Είναι. Η δια-στροφή των επιθυμιών προς το μη-είναι συμβαίνει όταν εμποδίζεται η φυσιολογική κλιμάκωση τους καταστέλλοντας την ικανοποίηση αυτής που προβάλει αυθόρμητα στη φαντασία και είναι η πρώτη στη σειρά των επιθυμιών όπως διατάσσονται κατά την φυσική αναγωγική τους ακολουθία προς το απόλυτο. Πίσω από κάθε επιθυμία, φυσική και αυθόρμητη, κρύβεται μια ευχή, που είναι η προβολή της επιθυμίας στο απόλυτο· γι’ αυτό, κοινή σε όλους, αντικειμενική, ουδέτερη και γενική όσο και η ψυχή μας. Μέσω της ευχής είμαστε όλοι ένα, χωρίς να μας χωρίζουν οι επιθυμίες του καθένα, αλλά, αντίθετα, μας ανοίγουν σε πλήθος και πλούτο μορφών, εν τω κοινώ μας γίγνεσθαι. Αν δεν βλέπουμε αυτήν τη γόνιμη προοπτική τους δεν φταίνε οι επιθυμίες γι’ αυτό, αλλά η άρνηση μας να δούμε πέρα από αυτές, εκεί πού μας οδηγούν· ούτε, όμως, μπορούμε να το δούμε αυτό αν δεν άρουμε την πρώτη στη σειρά επιθυμία εκπληρώνοντας την.

Όταν μια επιθυμία προβάλλει στον νου την οπτασία του ποθητού αντικειμένου της αυτό λάμπει μέσα στο σκοτάδι του άγνωστου και προσανατολίζει αντανακλαστικά τη βούληση να το πλησιάσει. Γνωρίζοντας το από κοντά, ο νους βλέπει μετά από αυτό τόσο το άγνωστο που συνεχίζει να εκτείνεται στο άπειρο καλώντας τον να το γνωρίσει, όσο και το επόμενο αντικείμενο της επιθυμίας που ξεπροβάλλει ως άμεση αιτία τού προηγούμενου, το οποίο ήδη γνώρισε ως αποτέλεσμα της προηγούμενης επιθυμίας του. Η αλληλουχία των επιθυμιών εισάγει τη νόηση μας τόσο στη διηνεκή ακολουθία αιτίας και αποτελέσματος, όσο και στη σύλληψη του απείρου από το οποίο κατάγονται τα αντικείμενα των επιθυμιών και όπου επιστρέφουν μαζί με εμάς. Μέσω αυτής της διανοητικής πρόσβασης από το πεπερασμένο στο άπειρο, αποκτούμε την εμπειρία της απώτερης αιτίας και το μάθημα της αναγωγής που χρειαζόμαστε για να διακρίνουμε ποιές επιθυμίες μας αφορούν ως φορείς του απόλυτού μας ή μας είναι αδιάφορες και γνωστές. Διακρίνοντας την επιθυμία που μας αφορά τα μέγιστα κάθε φορά και δεσμευόμενοι στην ικανοποίηση της, προαγόμαστε στη σωστή σειρά μεγιστοποίησης μας εν Αυτώ.
Παρόλο που οι επιθυμίες φαίνεται να μας κατακλύζουν συχνά με ερεθίσματα από παντού, έτσι ώστε να αδυνατούμε να προσανατολιστούμε, στην ουσία δεν είναι ποτέ ασύνδετες από τη διανοητική κρίση και το ψυχολογικό κριτήριο. Όντας διαμορφώσεις της τριαδικότητας μας, αξιολογούνται διαρκώς από τη ψυχή και διαβαθμίζονται συνεχώς από το πνεύμα, ώστε να ξέρουμε πολύ καλά τι είναι αυτό που θέλουμε πιο πολύ· άλλο αν φοβόμαστε να το ομολογήσουμε, ακόμη και στον εαυτό μας όταν ο φόβος μας είναι μεγάλος, όποτε, σε αυτήν την περίπτωση, αναστέλλεται η συνείδηση μας και η λογική μας χάνοντας τη γεφυροποιό της λειτουργία δεν μπορεί να διακρίνει τις σωστές συνδέσεις και βυθίζεται σε σύγχυση.

Αυτό που δια-στρέφει τις επιθυμίες σε προξένους τέτοιας σύγχυσης, ώστε να μας αποπροσανατολίζουν από τη διαυγή στόχευση του απόλυτου σκορπίζοντας μας σε αδιέξοδη ηδονοθηρία ή καθηλώνοντας μας σε άγονα πάθη, είναι η φοβισμένη τους αποσύνδεση από τη φυσική και λογική τους ακολουθία. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες γίνονται φαντάσματα που μας στοιχειώνουν, θολώνουν τον ορίζοντα της ευχής τους, παρεμβάλλονται στη φυσική ροή της μίας προς την άλλη και, τότε, είτε προκαλούν εμπλοκές παραίτησης, είτε παράγουν εμμονές σε επιθυμίες που δεν άγουν πουθενά ούτε ανάγονται σε κάτι άλλο από τον εαυτό τους. Η ενοχοποίηση των επιθυμιών για τις εμμονές και τις εγωιστικές καθηλώσεις των ατόμων είναι λάθος. Το σωστό είναι ότι η εγωιστική συμπεριφορά οφείλεται στην ενοχοποίηση των επιθυμιών· αυτή τις αποτρέπει από τη φυσιολογική τους κλιμάκωση σε ευχή, η οποία συνδέει τα άτομα στην απώτατη αναφορά τους προς στο απόλυτο, το κοινό σε όλους, πάνω στο οποίο συγκροτούνται οι κοινωνίες (συνειδητά ή όχι). Όπως η απελευθέρωση του απόλυτου, έτσι και η απελευθέρωση της επιθυμίας από κάθε προκατάληψη ανοίγει γόνιμο δρόμο στον καθένα χωριστά και σε όλους μαζί.

Οι επιθυμίες, όντας διαμορφώσεις της βούλησης που περισσεύει από την εξυπηρέτηση των αναγκών, αφορούν το πλεόνασμα ενέργειας που μας κινητοποιεί προς την ολοκλήρωση μας, το οποίο προσανατολίζουν να διατεθεί στην κατεύθυνση των προβολών τους. Με αυτόν τον τρόπο οι επιθυμίες δίνουν κατεύθυνση στη κίνηση κατά τις εντολές του γίγνεσθαι, που μαζί με το ενεργειακό πλεόνασμα δίνει μέσω αυτών και την οδηγία της διάθεσης του, που άγει το άτομο στο ξεπέρασμα του ως εγώ, με την πλήρη διάθεση του πλεονάσματος που το ορίζει ως κάτι ξεχωριστό. Αυτός είναι ο ρόλος των επιθυμιών κι όχι να εμπλέκουν τα άτομα σε εγωιστικές εμμονές παθητικής κατακράτησης ή επιθετικής προσαύξησης του πλεονάσματος των, αντί της πλήρους διάθεσης του. Η διαστροφή του ρόλου τους (από)στειρώνει τα άτομα, τα οποία κλεισμένα στο εγώ τους αποσυνδέονται από το γίγνεσθαι και δεν γεννούν κάτι έξω από αυτά, στο οποίο να αναγνωρίζουν μια συνέχεια και ολοκλήρωση τής πεπερασμένης και ελλιπούς ύπαρξης τους.

[23]

Το εγώ ολοκληρώνεται ως κάτι άλλο, μέσω του τρίτου που γεννάται από τη διάθεση του πλεονάσματος του, η οποία το άγει να ενωθεί με εκείνο το δεύτερο εκτός αυτού, που επιθυμεί. Το πλεόνασμα του διατιθέμενο κατά σειρά στην κίνηση προς το αντικείμενο της επιθυμίας, στην ένωση μαζί του και στην τροφοδότηση του γεννήματος της ένωσης τους (το οποίο με τη σειρά του θα πλεονάσει κάποια στιγμή ως τρίτο και θα κινηθεί ανάλογα), ανατροφοδοτεί διαρκώς το γίγνεσθαι με νέες μορφές του Είναι πέρα από όσες χάνονται με το θάνατο των ατόμων και το πέρασμα τους στο μη-είναι. Έτσι, το εγώ δεν χάνεται ποτέ, αλλά μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο (όντας μετασχηματιστής) και διαιωνίζεται. Ό μετασχηματισμός του δεν γίνεται αποκλειστικά με τη γενετήσια διοχέτευση του πλεονάσματος του, οπότε μετασχηματίζεται στο άτομο που γεννιέται από αυτήν, αλλά μπορεί να γίνει και με τη δημιουργική του πρόσβαση στην ύλη, οπότε δημιουργεί ένα αντι-κείμενο του. Η αντικειμενο-ποίηση της πλεονάζουσας ενέργειας του ατόμου σε διακεκριμένες μορφές εκτός αυτού, εξαντικειμενικεύει την υποκειμενικότητα του και του δίνει μια σταθερή και αντικειμενική εικόνα της ύπαρξης του στην οποία μπορεί να αναγνωρίσει το είναι του βλέποντας εκτός του εγώ του (που δεν μπορεί, έτσι κι αλλιώς, να το δει) και πέραν του θανάτου του (που του είναι, επίσης, αδιανόητος).

Η διαρκής αναγωγή μας προς το απόλυτο, που μας άρει από το πεπερασμένο και μας συνδέει με το άπειρο πραγματοποιείται μέσα από την ύλη μας (το σώμα μας), μέσω της ύλης των άλλων (των αντι-κείμενων μας) και ενάντια στην αδράνεια εκείνης της ύλης που μας καθηλώνει στην ήδη υλοποιημένη πραγματικότητα.

Η συνοχή της ύλης είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση των αναγωγικών μορφών που μας συνέχουν ανάγοντας μας στο πέραν από εμάς, αντικειμενοποιώντας την υποκειμενικότητα μας. Χωρίς τη συγκροτητική συνοχή της, οι μορφές δεν μπορούν να σταθεροποιηθούν και να αποκτήσουν υπόσταση. Η δύναμη συνοχής της ύλης είναι μια μορφή αντίστασης σε όποια άλλη δύναμη θέλει να την προσπελάσει άνευ λόγου. Έτσι προστατεύεται από την άσκοπη διάλυση της σε ένα άμορφο νεφέλωμα ασυνεχών στοιχείων, τον οριστικό διαχωρισμό της και την έκπτωση της σε μη είναι. Η ύλη είναι, και ως καθαρό Είναι συγκροτείται εν τω γίγνεσθαι, μετερχόμενη δυνάμεις που τη συνέχουν στον χώρο και της δίνουν διάρκεια στον χρόνο. Δεν υφίσταται η ύλη εκτός των μορφών που παίρνει, όπως και δεν υφίσταται το Είναι εκτός του γίγνεσθαι του· εν Αυτώ όλα ταυτίζονται. Γι’ αυτό, εξ ορισμού Αυτού, η αντίσταση της ύλης υποχωρεί τελικά, όταν η δύναμη που εισχωρεί στην πυκνότητα της φέρει το γόνιμο σπέρμα των εν δυνάμει μορφών Αυτού και δεν της επιτίθεται διαλυτικά.

Το γίγνεσθαι μεταπλάθει την αδράνεια της ύλης και τη διαφοροποιεί· δεν την καταργεί. Η μορφοποίηση αναμετριέται με την αδράνεια που της αντιστέκεται ειδικά, όχι με την αδράνεια γενικά, την οποία υπερβαίνει εύκολα, εφόσον η μορφοποίηση δεν περιορίζεται στην αντί-θεση απέναντι της, αλλά ευφορείται από τη θετική δυναμική του προ-ορισμού της, όπως ορίζεται εξ Αυτού. Η πλεονάζουσα δύναμη της βούλησης μας διεισδύει μορφοποιητικά στην ύλη, υπερβαίνει το φράγμα της γενικής και γενετικής αδράνειας της, μέχρι να φτάσει στην υλική συστοιχείωση που χρειάζεται για να σταθεροποιήσει με την ειδική της αδράνεια το υποδιαμόρφωση είδος της και να φανερώσει την εν δυνάμει μορφή του σαν μια ακόμη δυνατότητα της παρόμοιας και απαράλλαχτης δύναμης Αυτού. Αν η δύναμη πρόσβασης μας στην ύλη κινητοποιείται άμεσα ως προς Αυτό, ανάγοντας τη νόηση μας στον Λόγο του ώστε να μην αυτοανεφέρεται, αλλά να ωθεί το εγώ πέραν αυτού, για να ενωθεί, σύμφωνα με τη ψυχή του, με αυτό που βαθιά επιθυμεί, τότε, η ύλη μάς υποδέχεται και η επιθυμία μας υλοποιείται, προωθώντας μας περαιτέρω στη γενική ύλη μέχρι την πλήρη υλο-ποίηση του είδους μας.

Ως ανθρώπινο είδος προοδεύουμε εν Αυτώ υλοποιώντας ιδεατές μορφές που συλλαμβάνονται από τον νου μας αφαιρετικά (αναγόμενου πέραν των υλικών μορφών στην εννόηση του Λόγου τους), προβάλλονται στη βούληση μας κι εγκρίνονται από τη ψυχή μας, κλιμακώνοντας τις επιθυμίες μας στο απόλυτο της ευχής τους και κινητοποιώντας τη σωματική μας ύλη μέχρι να διασχίσουμε την αντίσταση της περιβάλλουσας ύλης και να συναντηθούμε με αυτήν με την οποίαν ενωμένοι θα υλοποιήσουμε την ιδεατή μορφή που οραματιζόμαστε. Η νέα μορφή, ως κάτι τρίτο, ορίζει ένα καθαρό πλεόνασμα που προωθεί περαιτέρω το γίγνεσθαι μας, στο οποίο είναι ενταγμένο εκ της γενέσεως του.
Η πρόοδος είναι μία συνθετική διαδικασία που συνδέει το μέγιστο αφαιρετικά (ιδεατό) με το ελάχιστο (υλικό) πλάθοντας εξελιγμένες μορφές από την ίδια πάντα αρχέγονη ύλη. Δεν μας ξεκόβει από τις «ρίζες» μας, όπως έχει διαβληθεί από τους καταχραστές της προόδου, οι οποίοι πλούτισαν εις βάρος του γενικού πλούτου εκμεταλλευόμενοι το γνωστικό πλεονέκτημα που τους έδωσε η αφαιρετικότητα του νου φανερώνοντας τους τις αιτίες των μορφών και το οποίο, αντί να το διαθέσουν μορφοποιητικά , το χρησιμοποίησαν εναντίων των μορφών για να τις διασπάσουν και να ιδιοποιηθούν τα αποσπάσματα τους, ώστε να προσαυξήσουν το εγώ τους.

Όταν η αφαιρετικότητα του νου δεν κινείται διασπαστικά, από την ιδιοτέλεια ενός διαχωρισμένου εγώ, τείνει φυσιολογικά στην αναγωγή της νόησης στο απόλυτο κι έτσι την επιστρέφει στην ολότητα. Το νοητικό πλεόνασμα του ανθρώπου διατιθέμενο στην διερεύνηση του αγνώστου, τον επαναφέρει στο αναπάντητο ερώτημα Αυτού και έτσι δεν του επιτρέπει καμία αυθάδεια. Η ερωτηματικότητα κρατάει την αφαιρετικότητα στον φυσικό της ρόλο, στην αναζήτηση των απώτερων αιτιών και στρέφει τη νόηση όλο και πιο πίσω όσο προοδεύει η γνώση της, επιστρέφοντας την στην εννόηση της Αρχή της,. Έτσι, ο αφαιρετικός νους δεν εξαιρεί την καταγωγική ύλη από τις συλλήψεις του, ούτε, κατά συνέπεια, αγνοεί το σώμα, τις ανάγκες του και πολύ περισσότερο τις επιθυμίες του από τους σχεδιασμούς του. Προβάλλει ιδεατές μορφές διακεκριμένες· όχι διαχωριστικές από το Εν Αυτώ, αλλά παραλλαγές και εκφράσεις του, όπως ακριβώς Αυτό θέλει να εκδηλωθεί πολλαπλά παραμένοντας Εν.

Η δική μας επιθυμία δεν είναι παρά παράγωγο της επιθυμίας Αυτού να υπάρχει επιθυμία, επειδή του χρειάζεται στην περαιτέρω μορφο-ποίηση του, μέχρι που να ξεδιπλώσει η συμπαγής ύλη ή η συμπυκνωμένη σε ύλη ενέργεια όλες τις εν δυνάμει μορφές της, ώστε να μην υπάρχει καμία δυνατότητα μορφής απραγματοποίητη. Η μόνη δύναμη που μπορεί να αναμετρηθεί με την αδράνεια και την αντίσταση της ύλης δεν είναι άλλη από την επιθυμία στην αναγωγή της στο απόλυτο, εκεί ακριβώς που γίνεται αναγκαία. Γι’ αυτό, με την επιθυμία κινούμαστε προοδευτικά και δημιουργικά, παράγοντας εξελιγμένες κι εξελικτικές μορφές, ενώ, με την ανάγκη κινούμαστε συντηρητικά και καταναλωτικά.
Όταν θα έχουμε εξαντλήσει κάθε περιθώριο πραγματοποίησης των επιθυμιών μας, μέχρι να φτάσουμε στο σημείο της ανυποχώρητης αντίστασης της ύλης, εφαπτόμενοι άμεσα με τη μέγιστη πυκνότητα της και καλύπτοντας κάθε απόσταση που μας χωρίζει από αυτήν, τότε θα έχουμε υλοποιηθεί πλήρως γεμίζοντας την ύπαρξη μας με το είναι της. Η εξάντληση αυτών των περιθωρίων και η πλήρης κάλυψη της απόστασης μας από τη αρχέγονη ύλη που μας αναλογεί, είναι αυτή που μας ταυτοποιεί. Κατά την κίνηση ταυτοποίησης μας, η ύλη δεν μας αντιστέκεται μόνο για να δοκιμάσει την ένταση των επιθυμιών μας και να επιτρέψει μόνο στην μέγιστη να την προσπελάσει, αλλά, ταυτόχρονα, μας πλαισιώνει αντιστεκόμενη στις παρεκτροπές μας έτσι ώστε αν κινηθούμε προς το μη-είναι με οποιονδήποτε (αυτό)καταστροφικό τρόπο η αντίσταση που να συναντήσουμε να είναι ανυποχώρητη. Αν, παρόλα αυτά, επιμείνουμε να εισχωρήσουμε βίαια μέσα στην ύλη, αυτή μπορεί να υποχωρήσει προσωρινά, αλλά μετά θα μας συνθλίψει ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις συνοχής της εναντίον του παρείσακτου εισβολέα.

Εκεί που η ύλη είναι πραγματικά αδιαπέραστη, εκεί σταματάει κάθε δυνατότητα περαιτέρω μορφοποίησης μας και τότε δεν πρέπει να ασκείται καμία βία. Αν σταματάμε πριν από αυτό το σημείο, τότε παραιτούμαστε άνευ λόγου από κάτι που μας επιτρέπεται, επιτρέποντας, έτσι, την αδικαιολόγητη ύπαρξη του κενού στη ζωή μας. Με το κενό που αφήνουμε ανάμεσα σε εμάς και την ύλη που μας προσφέρεται, καταδικάζουμε την ύπαρξη μας σε μια αδικαιολόγητη απουσία της από το Είναι και ακυρώνουμε τη μετασχηματιστική μας ολοκλήρωση, ενώ είναι δυνατή. Με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να κάνουμε κακό στον εαυτό μας, γεγονός παράλογο. Η ματαιότητα της παραίτησης μας από την υλο-ποίηση μας και ο αυτοκαταστροφικός παραλογισμός της είναι κάτι απαράδεκτο. Όσο η ύλη θα μας δια-τίθεται, δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την αντίσταση της σαν άλλοθι για το κακό που εμείς επιτρέπουμε απέχοντας από το γίγνεσθαι μας. Μόνο η απροσπέλαστη ύλη μπορεί και πρέπει να μας σταματά. Αδιαπέραστο μπορεί να είναι επίσης το κενό, το τίποτε και το ανύπαρχτο, αλλά, αυτό, ως μη υπάρχον, δεν ελκύει κανέναν· εκτός αν είναι διεστραμμένος θέλοντας συνειδητά το κακό, δηλαδή το κενό και το τίποτε. Αυτό που μας ελκύει όλους, φυσιολογικά, είναι η υλική πυκνότητα που μας υπόσχεται ένα πλήθος μορφών. Όσο πιο πυκνή η ύλη, τόσο περισσότερο μας προκαλεί με τις μορφές που υπόσχεται, κι άλλο τόσο μας φοβίζει.

[24]

Η σύγκρουση ανάμεσα στον φόβο και στην επιθυμία καθορίζει την εξέλιξη μας και κρίνει το σχήμα των εξελικτικών μορφών μας. Οι μορφές σχηματοποιούνται εκεί ακριβώς που ισορροπούν αυτά τα δύο αντίθετα και αλληλοεξουδετερώνονται σαν αντίρροπες δυνάμεις έλξης και απώθησης των δύο εκείνων μερών που όταν συναντηθούν και ενωθούν παράγουν κάτι το τρίτο, σαν μια νέα μορφή, καθαρή και ουδέτερη από τις δύο προηγούμενες της. Κάθε νέα μορφή γεννιέται όταν τα δύο γενετικά προηγούμενα της (αρσενικό και θηλυκό), συναντιούνται και ενώνονται αλληλοεξουδετερώνοντας τις αντίρροπες δυνάμεις τους. Ο ησυχασμός τους παύει κάθε ένταση φόβου ή επιθυμίας και αφήνει το πεδίο ελεύθερο για κάτι νέο να γεννηθεί και να πάρει μορφή εφόσον δεν υπάρχει τίποτε πλέον να το φοβίζει να πάρει το σχήμα του, ούτε άλλη επιθυμία για κάτι άλλο από αυτό το ίδιο στην υπο σχηματισμό μορφή του.

Ο φόβος παίζει διπλό ρόλο στην διαδικασία μορφοποίησης· μπορεί να είναι αποτρεπτικός της γενετικής της ένωσης ή να τη σταθεροποιεί. Αυτός είναι ο φυσικός του ρόλος και είναι φυσικός, εφόσον έχει να κάνει με την φυσική αντίσταση της ύλης. Όμως, ο φόβος πριν την αναμέτρηση με τις υλικές αντοχές (μας) είναι αφύσικος και τεχνητά κατασκευασμένος από ανθρώπους για ανθρώπους, για κάποιον αφύσικο λόγο. Δεν παίζει κανέναν ρόλο σε τίποτε και το μόνο που κάνει είναι μας αποτρέπει να κάνουμε κάτι, το οποίο δεν υπάρχει κανείς λόγος να μην το κάνουμε. Έτσι, επιτρέπει την ύπαρξη του κενού και του κακού ανάμεσα μας, ματαιώνοντας μας τις προσπάθειες μας πριν καν εκδηλωθούν.

Ο φόβος, ως αντίθετος της επιθυμίας, δεν είναι παρά μια αρνητική διαμόρφωση της βούλησης από την τριαδικότητα σώματος, πνεύματος και ψυχής, η οποία συστέλλει την ορμητικότητα της βούλησης και την κλείνει στο άτομο, αποτρέποντας το να κινηθεί και να εκδηλωθεί. Έτσι μπορεί να το προστατεύει από κινδύνους που θα αντιμετώπιζε η κίνηση του αν γινόταν λάθος και να το κάνει να υπολογίζει τις συνέπειες πριν κινηθεί παρορμητικά και απερίσκεπτα. Αν ο φόβος παίζει τον ρόλο της λογικής, τότε θα πρέπει να είναι λογικός, οπότε πρέπει να τον συμβουλευόμαστε, αν και πάλι δεν μπορούμε να περιοριστούμε στα πλαίσια που βάζει και να οριστούμε αρνητικά από κάτι που αντιτίθεται στην κίνηση μας κι όχι από αυτό που μας κινεί θετικά παρακινώντας μας στα όρια μας και στην εκπλήρωση του ορισμού μας, διότι ο φόβος μπορεί να ξέρει το λάθος, αγνοεί, όμως, το σωστό.

Την πρόσβαση στο σωστό την έχει μόνο η επιθυμία, που κινητοποιώντας τα άτομα στην προσπέλαση του άγνωστου, πέρα από τον φόβο τους για αυτό, είναι αυτή που αποφέρει τη γνώση του γνωστού. Όταν μας καθηλώνει ο φόβος στην ακινησία (αντί να συμβουλεύει απλώς την κίνηση μας), όχι μόνο παγιδευόμαστε στο λάθος (αφού αδυνατούμε να γνωρίσουμε το σωστό), αλλά παρασύρουμε στην παγίδα του λάθους και τους άλλους, οπότε κάνουμε διπλό κακό. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει ακινησία στο γίγνεσθαι και όταν ακινητοποιούμαστε παράλογα εμείς (από φόβο, έστω λογικό), κάποιος άλλος κινείται να καταλάβει τον χώρο που μας ανήκει κανονικά. Έτσι, εκτός από το κακό που κάνουμε σε εμάς, ελαχιστοποιώντας μας άνευ λόγου, παρασύρουμε και τον άλλο στο κενό που αφήνουμε, δηλαδή στο κακό που επιτρέπουμε να υπάρχει, το οποίο στη συνέχεια διπλασιάζεται πολλαπλασιαστικά (αφού και ο άλλος παρασύρει κάποιον άλλο, κλπ) και επεκτείνεται παρα φύσει.

Μέσα στο κενό που προκαλείται από την αφύσικα φοβισμένη απόσυρση μας από το γίγνεσθαι αναπτύσσεται πάντα ένα παρα φύσει μόρφωμα που το καλύπτει με τον κακοήθη όγκο του. Αυτό που αναπτύσσεται είναι αυτό το ίδιο που μας φοβίζει αδικαιολόγητα και υποχωρούμε ενώπιον του άνευ λόγου, δηλαδή το κακό και όσοι το μετέρχονται κατά περίπτωση, είτε για να αναπτυχθούν οι ίδιοι εγωιστικά και ματαιόδοξα (ο φόβος που μετέρχεται η εξουσία κι όσοι τη διεκδικούν), είτε για να ματαιώσουν την προσωπική ανάπτυξη των ατόμων συγκρατώντας την ζηλόφθονα στην υπανάπτυκτη συνθήκη τους (ο φόβος που μετέρχεται η μάζα). Όποιος και να είναι ο χρήστης αυτού του φόβου και ό,τι κι αν φαίνεται να αποκομίζει, στην ουσία δεν κομίζει τίποτε εκτός από το κακό και πρέπει να καταδικάζεται. Βέβαια, η μάζα δεν μπορεί να καταδικαστεί, αφού δεν αποτελεί κάποια διακεκριμένη οντότητα. Εκεί έγκειται το μεγάλο κακό και ο ύπουλος φόβος που μετέρχεται· στο ότι συμπυκνώνει σε ένα ανεύθυνο συλλογικό μόρφωμα την ατομικότητα. Η κατάσταση της μάζας ως μια παρα φύσει συμπύκνωση των ατόμων αποτελεί μια παθογένεια φόβου που υπάρχει στον καθένα μας, από τη στιγμή που όλοι είμαστε κατά κάποιο τρόπο μέρος ενός ομαδοποιημένου συνόλου το οποίο συγκρατείται σε κάποιο βαθμό από τον φόβο. Με την ενσωμάτωση του στον καθένα, ο αφύσικος φόβος της μάζας παίρνει τη «φυσική» μορφή ενός συλλογικού φόβου, που μοιάζει να μας προστατεύει όλους από λίγο, αλλά δεν προστατεύει κανέναν πολύ, αφού δεν υπερασπίζεται την ολότητα όλων ή την ολοκλήρωση κανενός, μιας και αποτρέπει το άτομο από το μεγαλείο του εμποδίζοντας ό,τι το άγει φυσιολογικά στη γενναία αναμέτρηση του με το απόλυτο, ήτοι τις επιθυμίες του στην αναγωγή τους στο απόλυτο.

Η μέχρι τώρα διαμορφωμένη ανθρώπινη πραγματικότητα δεν έχει φτάσει στην ισορροπία του ατομικού στοιχείου με τη συλλογική της συστοιχείωση σε ομάδες ατόμων και κοινωνικούς σχηματισμούς. Διατηρεί ακόμη συμπυκνωμένες ποσότητες ύλης σαν πηγμένη ανθρωπο-ενέργεια στα ανεπεξέργαστα κοινωνικά σχήματα της, τα οποία δεν έχουν διαπλασθεί αρκετά, ώστε να εκφράζουν το πλούτο όλων των ατόμων. Τα υφιστάμενα κοινωνικά σχήματα μπορεί να μας παρέχουν κάποια ασφάλεια καλύπτοντας στοιχειωδώς τις ανάγκες μας, αλλά μας συγκρατούν σε ένα βαθμό ύπαρξης κατώτερο των επιθυμιών μας. Αφού έχουν παίξει τον ρόλο τους στην εξέλιξη, ικανοποιώντας εν μέρει όσους τα διαμόρφωσαν στο παρελθόν, προβάλλουν, τώρα, αντιστάσεις στην περαιτέρω επεξεργασία τους, η οποία θα παρήγαγε τα νέα σχήματα που θα ικανοποιούσαν τις νέες επιθυμίες των ατόμων, όπως ξεπροβάλλουν στην αλληλουχία τους προς το απόλυτο. Η αντίσταση τους μοιάζει υλική και ισχυρή ανάλογα με το πόση δύναμη εγκλωβίζουν και πόση ενέργεια συμπήζουν εντός τους. Η αδράνεια τους αυτή δεν είναι αντικειμενική και δεν τίθεται εκ των πραγμάτων, αλλά οφείλεται στη συγκατάθεση των ανθρώπων, οι οποίοι ακινητοποιούμενοι εντός τους από φόβο, τους εκχωρούν τη δύναμη τους επενδύοντας τα με μια ισχύ που δεν έχουν. Έτσι ο υποκειμενισμός τους αντικειμενικοποιείται και παρουσιάζει την αντίσταση υλικού πράγματος, ενώ δεν είναι. Ανάλογα με αυτά που μοιάζουν να αντιστέκονται υλικά, ενώ είναι άυλα, έτσι και ο φόβος που προκαλούν είναι στην ουσία ανυπόστατος και άνευ αντικειμένου. Δεν οφείλεται στην απροσπέλαστη πυκνότητα της ύλης, ούτε προστατεύει κανέναν από ατοπήματα κατά τη διαδικασία προσπέλασης της. Δεν είναι φόβος, είναι εκφοβισμός.

Κανένα ξεπερασμένο κοινωνικό σχήμα δεν μπορεί να διαρκέσει όσα μέσα εξουσίας και φόβητρα αν διαθέτει, διότι κάποια στιγμή θα αποκαλυφθεί ότι ο φόβος που προκαλεί είναι πραγματικά άνευ αντικειμένου και αντικειμενικά αδικαιολόγητος, αφού δεν αφορά του μέγιστο κανενός, ούτε προστατεύει τη γενική πρόοδο από λάθη, αλλά, εξυπηρετεί είτε τον πλούτο των λίγων (ο φόβος που μετέρχεται η εξουσία), είτε τη φτώχεια των πολλών (ο φόβος που συγκροτεί τη μάζα) ή και τα δύο. Όσοι κοινωνικοί σχηματισμοί επιβραδύνουν την εξέλιξη του ανθρώπου προκαλώντας, διασπείροντας ή συντηρώντας αδικαιολόγητο φόβο πρέπει να ερωτηθούν επίμονα για ποιόν λόγο υπάρχουν. Όσοι μετέρχονται μηχανισμούς φόβου για να αποτρέψουν την ερώτηση πρέπει πάραυτα να καταδικαστούν. Αν και δεν πρέπει να αγνοούμε ότι οι εκφοβιστικοί μηχανισμοί δεν είναι πάντα έξωθεν επιβεβλημένοι, αλλά συχνά πρόκειται για εσωτερικευμένους και ενσωματωμένους παρα φύσει μηχανισμούς των ατόμων, που τους ενεργοποιούν για να αυτοφοβηθούν αποφεύγοντας έτσι την ευθύνη της ατομικότητας τους και την υπεράσπιση των επιθυμιών τους έναντι των άνωθεν καταναγκασμών τους.

Ο περιορισμός των επιθυμιών από τη σπάνη των φυσικών πόρων ή την αντίσταση της ύλης είναι μια γενική και αντικειμενική κατάσταση που αφορά όλους. Ο περιορισμός τους, όμως, από την κοινωνική συνθήκη είναι ανόητος, αφού μπορεί αυτή να τροποποιηθεί, ώστε να μας ικανοποιεί καλύτερα και περισσότερο. Αυτό είναι κάτι που όλοι οι ενήλικες το ξέρουν, αφού σαν ενήλικες έχουν ευθύνη για ό,τι κάνουν, άρα και για το αποτέλεσμα των πράξεων τους, δηλαδή την κοινωνική πραγματικότητα. Από τη στιγμή που ως ενήλικες αυτό το ξέρουμε και δεν κάνουμε τίποτε για αυτό, φερόμαστε αδικαιολόγητα ανόητα. Αν πούμε ότι δεν το ξέρουμε, θα λέμε ψέματα αποκρύβοντας κάτι που ήδη γνωρίζουμε, επειδή δεν θέλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη του, από δήθεν φόβο. Ο φόβος αυτός, ο δήθεν και άνευ αντικειμένου, τρέφεται από το ψέμα, παίρνει υπόσταση και αυξάνει την ανυπόστατη παρουσία του με αυτό. Η απόκρυψη της αλήθειας με το ψέμα διατηρεί εσκεμμένα ένα σκοτάδι το οποίο δεν έχει λόγο ύπαρξης και αυτό αυξάνει αδικαιολόγητα τον φόβο, αφού μας φοβίζει με σκοτάδια ανύπαρκτα. Αν δικαιολογηθούμε ότι λέμε ψέματα από φόβο επικαλούμαστε έναν ψεύτικο φόβο, επειδή αυτός ο φόβος στ’ αλήθεια οφείλεται στα ψέματα μας· έτσι απλά κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας.

Όταν στην πράξη οι άνθρωποι κάνουν τους χαζούς, ενώ δεν είναι τόσο, το μόνιμο αποτέλεσμα είναι μια ανθρώπινη πραγματικότητα πολύ κατώτερη της νοημοσύνης των ατόμων που τη συγκροτούν. Ανάμεσα στα άτομα και στο σύνολο τους ανοίγεται ένα παράλογο χάσμα μέσα στο οποίο χάνεται το καλύτερο του ανθρώπου και από το οποίο κανείς δεν κερδίζει τίποτε τελικά, εκτός από το κακό, που οφείλεται σε έναν πέρα για πέρα ανόητο φόβο ή φόβο από αδικαιολόγητη ανοησία, δηλαδή από εκούσια απόκρυψη της νοημοσύνης μας.

Η ακούσια ανοησία, που οφείλεται σε εξωτερική και αντικειμενική άγνοια λόγω άγνοιας των αντικειμένων, είναι κατανοητή, αλλά η εκούσια, που οφείλεται στην εσωτερίκευση του εκφοβισμού, είναι ακατανόητη και απαράδεχτη. Το στοιχείο του ακατανόητου παρεμβαίνοντας στη διαδικασία της νόησης τη φοβίζει τόσο που την καθηλώνει σε κατεστημένα νοητικά σχήματα, παρόλη την ολοφάνερη ανεπάρκεια τους. Έτσι, λόγω διαστροφής της λογικής και διάθλασης του βλέμματος από τον αδικαιολόγητο φόβο, το προφανές γίνεται δυσεύρετο και το απλό περίπλοκο. Μάλιστα, ο εκφοβισμένος νους μπορεί να φτάσει σε τέτοια αντιστροφή σημασιών ώστε ο πιο λογικός άνθρωπος να θεωρείται παράλογος (ενώ ο παράλογος λογικότατος), το φυσικό να εκλαμβάνεται για αφύσικο και το διεστραμμένο φυσικό κι έτσι να δικαιολογείται το κακό σαν μέρος της φύσης του ανθρώπου.

Tuesday, August 08, 2006

[25]

Όπως το ακατανόητο αίρεται με την κατανόηση, έτσι και ο αδικαιολόγητος φόβος διαλύεται με την ερμηνεία του. Ενώ, ο αντικειμενικός φόβος απομακρύνεται με τη γνώση των αντικειμένων και την επιστημονική προσπέλαση του αγνώστου. Σε αυτή τη περίπτωση, βέβαια, το άγνωστο εκτείνεται στο διηνεκές που πάντα θα μας διαφεύγει. Η επιστήμη μπορεί να άρει τον φόβο του πεπερασμένου που μπορεί να εγνωστεί, αλλά όχι αυτόν του απείρου που θα παραμένει πάντα ασύλληπτο. Όμως, με την αποδοχή του άγνωστου Απείρου και την πίστη στον ασύλληπτο Λόγο Αυτού, ο φόβος αίρεται σε δέος, που αντί να αναστέλλει τη νόηση μας τής δείχνει το μέτρο των δυνατοτήτων της. Αξιοποιώντας αυτές τις δυνατότητες μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον αφύσικο φόβο και την ανόητη ακατ-ανοησία μας.

Η ερμηνεία είναι μια λογική διαδικασία κλιμακούμενων συνδέσεων και αναγωγών, όπου το υπό ερμηνεία φαινόμενο συνδέεται με την απώτατη αιτία του και ανάγεται στον ύστατο σκοπό του· αυτές οι δύο προσεγγίσεις του, προς το πριν και το μετά του, συγκλίνουν κυκλικά στον πλήρη ορισμό του λόγου της ύπαρξης του, που μας άγει στο Λόγο όλων, σε Αυτό από το οποίο πηγάζει το κάθε τι και στο οποίο επιστρέφει εκπληρώνοντας τον προ-ορισμό του. Συλλαμβάνοντας κυκλικά το γενικό στο οποίο εντάσσεται το ειδικό υπο ερμηνεία φαινόμενο, βρίσκουμε τους γενικούς κανόνες στους οποίους υπακούει κάθε επιμέρους που εκδηλώνεται στην ανάλογη γενική συνθήκη. Συστηματοποιώντας αυτούς τους κανόνες σε μια γενική θεωρία μπορούμε να ερμηνεύσουμε κατ’ αναλογία όλα τα σχετικά φαινόμενα, ώστε κατανοώντας τα να μη μας φοβίζουν αδικαιολόγητα και προβλέποντας τα να αποφεύγουμε τους κινδύνους που κρύβουν ή να κερδίζουμε από τον έγκαιρο συγχρονισμός μας με τον γόνιμο κύκλο τους εισπράττοντας όσα μπορεί να μας προσφέρει φυσιολογικά.

Όταν ο φόβος ερμηνεύεται συστηματικά, αναγκάζεται να αποκαλύψει ένα προς ένα όλα τα πέπλα του, μέχρι να φανερώσει πάνω σε τι πραγματικά εδράζεται. Αν αυτό που τον στηρίζει στη βάση του είναι η απειλή του θανάτου, τότε εγείρεται το ερώτημα ποια ακριβώς είναι η ζωή, την οποία φοβόμαστε να χάσουμε. Αυτό θέτει το εγώ ενώπιον του προσδιορισμού της ύπαρξης του και αυτό το οδηγεί στο πέραν αυτού, αφού το εγώ δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί εκτός Αυτού. Το ερώτημα τότε γίνεται· εφόσον εγώ δεν είμαι ακριβώς εγώ, τότε γιατί φοβάμαι να χαθώ ως εγώ και τι νόημα έχει να υπερασπιστώ την επιβίωση μου αν υποχωρήσω από φόβο και καταστείλω την επιθυμία που με άγει προοπτικά σε Αυτό που τελικά και οριστικά είμαι;!

Αφού Αυτό, ως προς το οποίο είμαι, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα, δεν μπορεί να με ακινητοποιεί ο φόβος, διότι δεν μπορεί να απειλήσει αντικειμενικά κάτι το οποίο του διαφεύγει συνεχώς, εκτός αν είναι και ο ίδιος αντικειμενικός, οπότε μπορεί να απομακρυνθεί με τη γνώση του αντι-κείμενου που με φοβίζει. Αν είναι εκφοβισμός, τότε δεν μπορεί να σταθεί αντικειμενικά, παρά μόνο αν ο εκφοβισμένος φοβηθεί πραγματικά παρερμηνεύοντας το εγώ για δικό του, που απειλείται από άλλα ξένα εγώ. Αν όμως δεν φοβάται, γιατί δεν έχει να χάσει κάτι που ξέρει ότι δεν του ανήκει (το εγώ του), όπως δεν ανήκει και στους άλλους (το εγώ τους), τότε ο εκφοβισμός χάνοντας το αντικείμενο του χάνει και τον φοβερό του χαρακτήρα. Αυτό που δίνει υπόσταση στον ανυπόστατο φόβο είναι αυτός που τον δέχεται ως φόβο ενώ δεν είναι, όπως και ο εαυτός του δεν είναι αυτό που ο αυτός νομίζει.

Το να ανάγουμε αυτό που φαινομενικά είναι κάτι σε αυτό που όντως είναι, αποτελεί ερμηνεία και συντελεί στον ξε-φοβισμό μας. Η συστηματική θεώρηση του Είναι και η συστηματοποίηση της γενικής θεωρίας του ως προς Αυτό, όπου το Είναι είναι γίγνεσθαι, δίνει το ερμηνευτικό πλαίσιο κάθε επιμέρους φαινομένου συνδέοντας το με τον γενικό ορίζοντα στον οποίο εντάσσεται και ως προς τον οποίο ορίζεται. Με αυτήν την προοπτική του, το αποφορτίζει από εντάσσεις που δεν του ανήκουν ολοκληρωτικά, αλλά μοιράζονται ανάμεσα σε αυτό και το όλον, ως προς το οποίο ολοκληρώνεται. Η γενική θεωρία δείχνοντας τη λειτουργική συνάρτηση κάθε επιμέρους πράγματος με τον πέραν αυτού ορίζοντα του, το βγάζει από τον ασφυκτικό ονομαστικό προσδιορισμό του, που συμπυκνώνει νοήματα που αυτό δεν έχει, και εντάσσοντας το στη ρηματικότητα του γίγνεσθαι, το αποφορτίζει από απειλές ή αγωνίες θανάτου που δεν του ανήκουν.

Τα πράγματα από μόνα τους δεν ορίζονται, (αφού, δεν είναι αυθύπαρκτα), και για αυτό δεν μπορούν να ονομαστούν με κατηγορηματικούς προσδιορισμούς που τα περιορίζουν σε κάποιο είναι που αυτά δεν είναι. Αν το κάνουμε αυτό, τότε τα πράγματα απομονωμένα και «στριμωγμένα» στο περιθώριο, εκτός του ρηματικού γίγνεσθαι, μοιάζουν αδιέξοδα και γι’ αυτό απειλητικά. Η ερμηνεία, που γίνεται βάσει ρηματικών συνδέσεων, αίρει το αδιέξοδο των πραγμάτων και της σχέσης μας μαζί τους, άρα και με τον εαυτό μας, ως αντικείμενου της ερμηνείας μας. Συνειδητοποιώντας τις ρηματικές σχέσεις που μας καθορίζουν και ερμηνεύοντας τόσο τον εαυτό μας, όσο και τους άλλους, μέσα από αυτές, απελευθερώνουμε το εγώ μας από κατηγορηματικότητες που το επιβαρύνουν με άγχη ξένα, όπως απαλλάσσουμε και το εγώ των άλλων από μια εχθρικότητα που δεν είναι κατηγορηματικά δική του.

Η οικειότητα που αποφέρει η ερμηνεία αποκαθιστώντας τη σύνδεση με ό,τι μάς είναι πραγματικά οικείο (φανερώνοντας, συνάμα, ό,τι μάς είναι πραγματικά ξένο), απεγκλωβίζει την ενέργεια από τον αδικαιολόγητο μεταξύ μας φόβο και αυξάνει τη ροή της προκαλώντας μας ευφορία και ιλαρότητα, απελευθερώνοντας τις επιθυμίες μας, ενθαρρύνοντας μας στην αναγωγή τους στο απόλυτο και συν-ουσιάζοντας μας μες τη γονιμότητα της καλοσύνης και της γενναιοδωρίας. Επιπλέον, η ιλαρότητα μπορεί να άρει δραστικά τον ανόητο φόβο διακωμωδώντας την εκφοβιστική του σοβαροφάνεια και περιγελώντας όσους την μετέρχονται.

Η αποκάλυψη των σωστών συνδέσεων που ερμηνεύουν τα φαινόμενα, πέραν των αισθημάτων ανάτασης που προκαλεί και της ενέργειας που απελευθερώνει, υποδεικνύει συνάμα πού να διοχετευθεί το πλεόνασμα της απελευθερωμένης ενέργειας για να καρποφορήσει και να μην υποπέσει σε λάθη της εκφοβισμένης κρίσης, που το ματαιώνουν. Όσο μεγαλύτερο είναι το ερμηνευτικό εύρος ενός φαινομένου, που το συνδέει συστηματικά με τις απώτερες αιτίες του προς τα πίσω και με τον αναφορικό του ορίζοντα προς τα μπρος, τόσο ελαχιστοποιείται η πιθανότητα του ερμηνευτικού του λάθους και μεγιστοποιείται η δυνατότητα της σωστής πρόβλεψης του. Προβλέποντας τα πράγματα όσο γίνεται σωστά, ενταγμένα συστηματικά μέσα στην ευρεία προοπτική τους, κινούμαστε στο άγνωστο ενθαρρυμένοι και μόνο από το γεγονός της πρόβλεψης. Όταν δεν υπάρχει πρόβλεψη και όλα γύρω μας μοιάζουν σκοτεινά και ακατανόητα, τότε δεν τολμούμε να κινηθούμε, αλλά περιχαρακωνόμαστε φοβισμένοι.

[26]

Μπορεί η ερμηνεία να ενθαρρύνει την εκδήλωση των επιθυμιών πέραν του φόβου που τις καθηλώνει, αλλά και την ερμηνεία, από την άλλη, μπορεί να την καθηλώσει ο φόβος, όταν εμποδίζει τη σκέψη να αρθεί στη γενική θεώρηση του Είναι ως γίγνεσθαι, ώστε να μη μπορεί να συστηματοποιηθεί αναφορικά ως προς το Όλον Αυτού και να ερμηνεύσει τα φαινόμενα σε όλο τους το εύρος. Όταν η νόηση δειλιάζει να αναρωτηθεί για τη λειψή της πραγματικότητα, δέχεται τις ελλιπείς απαντήσεις που τη συγκροτούν σαν οριστικές, αποδεχόμενη τον αυτοπεριορισμό της στην παθητική εκμάθηση τους, απαξιώνοντας τη διανοητικότητα της και ματαιώνοντας τις ερμηνευτικές της δυνατότητες.

Η συγκατάθεση των ατόμων στον εκφοβισμένο διανοητικό αυτοπεριορισμό τους συνοδεύεται από τη φαντασιακή επένδυση της ελλιπούς πραγματικότητας τους με όλα τα νοήματα που έχουν αποστερηθεί τα ίδια. Τα κοινωνικά υποσύνολα πραγματικότητας στα οποία τα άτομα βρίσκονται συμπτωματικά ομαδοποιημένα (γεωγραφικά, εθνολογικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, κλπ), φορτίζονται, τότε, με μιαν ιερή σκοπιμότητα, στην οποία αυτά εμβαπτίζουν τη μειονεκτικότητα τους για να τη δικαιολογήσουν, αγνοώντας εσκεμμένα ότι αν έχουν βρεθεί στην τάδε κολυμβήθρα, κι όχι στη δείνα, είναι κατά σύμπτωση, αφού θα μπορούσαν να είχαν γεννηθεί κάπου αλλού. Εκλαμβάνοντας το περιορισμένο τοπίο της πραγματικότητας τους σαν απώτατο ορίζοντα τους και αποδίδοντας στη σχετικότητα της μια απολυτότητα που δεν έχει, φανατίζονται για τα «μικρά γενικά» και τα «επιμερισμένα Αυτά», τις σημαίες και τα σύμβολα των αυθαίρετων ομαδοποιήσεων τους, τα οποία διεκδικούν πεισματικά το όλον για τον εαυτό τους. Η σημασιολογική φόρτιση τους είναι τόσο αγχωμένη και αγωνιώδης, που επιτίθεται σε ό,τι την αμφισβητεί, αφού δεν βασίζεται σε μία φυσική σταθερά, αλλά είναι τεχνητή και για αυτό αβέβαιη για τον εαυτό της. Αντί για καλοσύνη και γενναιοδωρία υποθάλπει κακεντρέχεια και μισαλλοδοξία. Αντί να περιορίσει τον φόβο (που προκάλεσε την ομαδοποίηση, περιορίζοντας τα άτομα σε μια ομάδα, η οποία δήθεν θα τα προστάτευε), τον πολλαπλασιάζει αρνητικά παίζοντας ρόλο αντίστροφο του θετικού πολλαπλασιασμού του θάρρους και της οικειότητας που αποφέρει η ερμηνεία.

Αυτό που κρατάει τα άτομα αγκιστρωμένα σε «μικρά γενικά» και «επιμερισμένα Αυτά» είναι το λιγόστεμα του «εγώ» τους, που αναγνωρίζει το μέγιστο του σε ένα «εμείς» περιορισμένο, επειδή τα ίδια φοβούνται να πάνε παραπέρα. Παραμένοντας μέσα στο ήδη γνωστό και αποδεχόμενα τους περιορισμούς του σαν έσχατα όρια τους, τα νέα άτομα που ακολουθούν αυτήν τη νοοτροπία φόβου, αντί να την αμφισβητούν, το μόνο νέο που προσφέρουν στην πραγματικότητα είναι επιπλέον σάρκα και αδιαφοροποίητη ύλη, η οποία αυξάνει κι άλλο την αδράνεια της μάζας στην οποία εντάσσονται και η οποία τα καθηλώνει. Όταν το εγώ φτάνει να αναζητάει την αναγνώριση του από τη μάζα, αντί να διαφοροποιηθεί προσωπικά και μεγιστο-ποιητικά για το κοινό καλό, ομογενοποιείται ελαχιστοποιούμενο μέχρι να αφομοιωθεί πολτοποιημένο. Αυτό είναι μια αντιστροφή της πορείας του ανθρώπινου γίγνεσθαι προς μια συστολή απαράδεκτη για την αναγκαιότητα του ξεδιπλώματος των εν δυνάμει μορφών του, και για αυτό η δυναμική του γίγνεσθαι μπορεί να αντιστραφεί στην περίπτωση του ανθρώπου σε αρνητική, συντελώντας το συντομότερο στην καταστροφή του, ως λάθους.

Όπως το καλό, έτσι και το κακό έχει κι αυτό τη δυναμική του, αλλά όσοι παρασύρονται σε αυτήν θεωρώντας την σαν φυσική εντολή, δεν έχουν καταλάβει ότι οφείλεται σε μια επιταχυνόμενη συστολή του Είναι για να αποβάλλει το συντομότερο κάθε απόπειρα μη- Είναι στο γίγνεσθαι του. Το λιγόστεμα του ατόμου από φόβο είναι μια τέτοια απόπειρα, αφού το άτομο αποκρύβοντας μια πλευρά του εαυτού του, η οποία έτσι κι αλλιώς υπάρχει, στερεί από το γίγνεσθαι ένα μέρος του Είναι του και δημιουργεί ένα κενό που δεν έχει καμία θέση εκεί. Τα ψέματα στα οποία καταφεύγουν τα άτομα για να καλύψουν το κενό από το φοβισμένο λιγόστεμα τους, πολλαπλασιάζουν το κακό που αυτό προκαλεί, αφού παρασύρουν στη δίνη τους κι άλλους αναλώνοντας πολλαπλάσια ενέργεια στη ματαιότητα τους, έτσι που στο τέλος το μέγεθος της καταστροφής να είναι ανάλογο στο μέγεθος του ψεύδους (που μπορεί να αφορά πολλούς), και όχι του ψεύτη (που μπορεί να είναι ένας).
Η αρνητική δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στον φόβο, το λιγόστεμα και το ψέμα είναι σαν «μαύρη τρύπα» που ρουφάει μες τα σκοτάδια της όποιο πνεύμα παρασυρθεί στη δίνη της, συνθλίβοντας τη δυνατότητα του να ερμηνεύσει τον φόβο. Αν η σκέψη μας ορίζεται αρνητικά, καθοριζόμενη ποικιλοτρόπως από τον φόβο, ακόμη κι από την πεισματική άρνηση του (και όχι την ερμηνεία του), παγιδεύεται μοιραία στη σφαίρα επιρροής του. Αρνούμενοι την αρνητική δυναμική του κακού δεν σημαίνει ότι της ξεφεύγουμε· απλά, παρασυρόμαστε σε αυτήν ακούσια, με βασανιστικά επιβραδυμένη διάρκεια λόγω της σκέτης αντίθεσης μας, από την οποία δεν μπορεί να βγει το καλό που θα υπερισχύσει του κακού.

Η αντίθεση από μόνη δεν ορίζει κάτι το θετικό, δεν ενεργοποιεί το καλό, ούτε δίνει έναυσμα στη δυναμική του να πολλαπλασιάσει ευφορικά τις πράξεις γενναιότητας μεγιστοποιώντας τη γονιμότητα της. Ούτε η απουσία θέσης, με την ουδετερότητα και την υπεροψία απέναντι στις ηθικές κατηγορίες, διασφαλίζει κάποιον χώρο απαλλαγμένο από την επιρροή του κακού, στον οποίο να μπορεί να αναπτυχθεί κάτι άλλο, αν δεν προορίζεται για αυτό το άλλο. Εν τω γίγνεσθαι δεν επιτρέπεται κενός χώρος, παρά για κάποιον λόγο. Αν ο χώρος που θέλει να διανοίξει η όποια ουδετερότητα δεν εμπεριέχει τον λόγο για τον οποίο τον προορίζει, είναι κενός άνευ λόγου. Αν πάλι εμπεριέχει τον λόγο, τότε είναι προ-ορισμένος, άρα δεν είναι ουδέτερος. Στην περίπτωση που διανοιχτεί ως καθαρά κενός, θα παίζει το ρόλο του κακού, δηλαδή του μη-Είναι και θα καταληφθεί αμέσως από τις δυνάμεις συστολής του Είναι και την αρνητική δυναμική τους, που θα τον κλείσει συνθλίβοντας μες την αδρανή ύλη όσους τον άνοιξαν ή θέλησαν να τον κατοικήσουν. Εφόσον η αδράνεια της ύλης είναι δεδομένη, η αρνητική δυναμική που αναπτύσσεται εξ αυτής συμβαίνει αυτομάτως και δεν χρειάζεται τη συμβολή μας. Ακόμη και μες τον ίδιο μας τον εαυτό, τα κάθε είδους αδρανή μας υλικά, σωματικά και πνευματικά, δεν χρειάζονται τη συμμετοχή μας για να μας βαραίνουν δυσκολεύοντας τη μεγιστοποίηση μας· το κάνουν από μόνα τους. Το αρνητικό συμβαίνει· δεν έχουμε να κάνουμε κάτι για αυτό. Ούτε γίνεται να είμαστε ουδέτεροι απέναντί του. Το μόνο που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε είναι το θετικό.

Η θετικότητα δεν φοβάται να πάρει θέση, να τονίσει το σωστό, να δείξει την κατεύθυνση του, να ηγηθεί και να προτείνει ηθικές επιταγές, γιατί δεν φοβάται τον φόβο, αφού δεν ορίζεται αρνητικά προς αυτόν, αλλά θετικά προς Αυτό. Ανάλογα, η δυναμική τριάδα που συστήνουν το θάρρος, η ειλικρίνεια και η μεγιστοποίηση δεν αναπτύσσει τη θετικότητα της από αντιπαλότητα στην τριάδα φόβος-ψέμα-λιγόστεμα, αλλά από ερω(τημα)τικότητα για Αυτό, για το Γένος όλων (εξ ου, η γενναιότητα και το θάρρος της), για την Αλήθεια (η ειλικρίνεια της) και για το Όλον (η μεγιστο-ποίηση της). Γι’ αυτό, η ερμηνεία, που μας ξεφοβίζει, δεν προκύπτει από κάποια α-φοβη κι ουδέτερη θεώρηση της πραγματικότητας μας, αλλά από το θετικό και γενναίο άνοιγμα του λόγου μας προς τον άγνωστο Λόγο Αυτού. Η γενική θεωρία που προκύπτει από αυτό το άνοιγμα και το ερμηνευτικό της προϊόν συνιστούν ένα καθαρά έλλογο πλεόνασμα, που συνίσταται στη σαφή υπεροχή της σκέψης έναντι κάθε φόβου που την υπονομεύει.

[27]

Ανάμεσα στον φόβο και στη νόηση παίζεται το παιχνίδι της ερμηνείας· κερδίζεται ή χάνεται ανάλογα με το ποιος βγαίνει νικητής. Αν νικάει η σκέψη (αναφερόμενη ερωτηματικά σε Αυτό) έχουμε ερμηνευτικό κέρδος, αν τη νικάει ο φόβος κρατώντας τη σκέψη υπό την επήρεια του (εκφοβισμένη σκέψη) ή εξουδετερώνοντας την (ουδέτερη), έχουμε ερμηνευτική απώλεια. Σε αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχουν θεατές, αλλά, παίζουν όλοι αναγκαστικά, όσο ζούνε. Γι’ αυτό, δεν μπορεί να παρατηρηθεί εξωτερικά από κανέναν, ούτε και να γίνει πρόβλεψη της τελικής έκβασης του. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για τη νίκη της σκέψης, εφόσον είμαστε με την πλευρά της ερμηνείας και όχι του σκοταδισμού. Όσοι δεν αγωνίζονται και κάνουν τους παρατηρητές, νομίζοντας ότι κατέχουν κάποια προνομιακή θέση στις κερκίδες, αγνοούν ή κάνουν πως αγνοούν ότι δεν υπάρχει θέση θεατών στο γίγνεσθαι. Η άγνοια τους αυτή είναι τόσο σημαντική που τους στερεί τη δυνατότητα οποιασδήποτε ερμηνείας, ό,τι κι αν νομίζουν οι ίδιοι ή όσοι τους ακούν και τους διαβάζουν.

Η ερμηνεία γίνεται στην πράξη, ανοίγοντας το ερμηνευτικό της εύρος ενάντια σε ό,τι τη φοβίζει και την κλείνει στον εαυτό της. Δεν υποχωρεί μπροστά στην πράξη, λες και η πράξη είναι προδιαγεγραμμένη από σκοτεινές δυνάμεις, ανερμήνευτη και άσχετη από τις αποφάσεις που τη διαμορφώνουν στη πορεία οδηγώντας τη στο καλό ή στο κακό. Μέσα σε αυτήν την ανοιχτή προοπτική της πράξης, όταν απλά προβλέπεις ότι κάτι κακό θα συμβεί, το πιο πιθανό είναι να συμβεί, αν δεν αγωνιστείς να το αποτρέψεις προσφεύγοντας δυναμικά στο καλό. Δεν ξέρεις ποτέ αν θα κερδίσεις ή θα χάσεις, εκτός αν γνωρίζεις την κατάληξη του γίγνεσθαι, πράγμα λογικά αδύνατον, ενώ, βρίσκεσαι εν τω γίγνεσθαι. Εφόσον, λοιπόν, δεν γνωρίζουμε, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μάθουμε, άρα, να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα μας αμφισβητώντας στην πράξη τις όποιες απειλές τη συγκρατούν σε ακινησία και μας αδρανοποιούν.

Όσοι περιμένουν από κάποιου είδους εξωτερική εξέλιξη (τεχνολογική, ιστορική, πληθυσμιακή, περιβαλλοντική, κλπ.) να λύσει κάποια στιγμή τα προβλήματα τους (ή να τα θέσει προς λύση), περιμένουν μάταια. Στην υποδιαμόρφωση ανθρώπινη πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάποια εξωτερική εξέλιξη και τίποτε που μας αφορά δεν γίνεται ερήμην μας· είτε προκαλείται από ανθρώπους, οπότε διαμορφώνεται με την ελεύθερη συγκατάθεση και σύμπραξη υποκειμένων σαν κι εμάς, είτε υπακούει σε μια φυσική νομοτέλεια που μας συμπεριλαμβάνει, οπότε συμμετέχουμε αναγκαστικά σε αυτήν. Στην πρώτη περίπτωση, μια διυποκειμενική εξέλιξη που γίνεται χωρίς τη συμμετοχή μας, δεν θα μας λάβει υπόψη στις αλλαγές που κάνει κι αυτές πιθανόν να γίνουν εναντίον μας. Στη δεύτερη, αν περιμένουμε από τη φύση να αναλάβει δράση αντί για εμάς, τότε μάλλον θα είναι πολύ αργά. Απλά, θα έχουμε εξαιρέσει τον εαυτό μας από τη φύση, επειδή, έτσι κι αλλιώς, η φύση πάντα δρα, τόσο μέσα όσο κι έξω από εμάς, και με εμάς και χωρίς εμάς. Αν αυτοεξαιρεθούμε από τη φύση και τη φυσική μας δράση, θα είναι σαν να επιλέγουμε την ανυπαρξία. Η παραίτηση μας, με το να περιμένουμε κάτι να συμβεί υπέρ μας, αντί να το κάνουμε εμείς οι ίδιοι, είναι είτε σαν πρόωρη απώλεια (στην πρώτη περίπτωση), είτε ως προαναγγελθείσα αυτοκτονία (στη δεύτερη). Και στις δύο περιπτώσεις, το λάθος, πέρα από ότι περιμένουμε κάτι λάθος, είναι ότι περιμένουμε· αν περιμένουμε να ζήσουμε κάποτε, δεν θα ζήσουμε ποτέ. Η ζωή μας δεν μετατίθεται, ούτε εκχωρείται· ό,τι είναι να ζήσουμε, θα το ζήσουμε τώρα και για εμάς. Γι’ αυτό, το θέμα τίθεται στον καθένα και είναι «επι προσωπικού».

Κανείς δεν μπορεί να περιμένει από κάποιον άλλο να φανεί γενναίος για αυτόν και να τον βγάλει από την περιδίνηση ανάμεσα στον φόβο, το ψέμα και το λιγόστεμα το δικό του. Η γενναιότητα βρίσκεται εγγενώς μέσα στον καθένα μας· είναι μια ποιότητα του γένους μας εκ του γίγνεσθαι μας, που μας την εμφυσά ως δύναμη διαφοροποίησης, επειδή την χρειάζεται στην περαιτέρω δημιουργία των μορφών του. Δεν είναι ένα εξωτερικό χάρισμα, το οποίο έχουν κάποιοι «εκλεκτοί», που θα έρθουν να μας σώσουν. Αυτός είναι ένας βολικός τρόπος να μην αναλαμβάνουμε την ευθύνη της. Αν κανείς δεν φαίνεται γενναίος και όλοι περιμένουν κάποιον γενναίο να φανεί για να γίνει κάτι διαφορετικό, αυτός δεν θα έρθει ποτέ, ούτε θα υπάρξει καμία εξέλιξη για κανέναν. Η εξέλιξη δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από εμένα που αναλαμβάνω την ευθύνη του εαυτού μου και δρω εν ονόματι όλων για προσωπικούς λόγους.

Η εξέλιξη δεν γίνεται δια αντιπροσώπου· είναι όλοι υπεύθυνοι για αυτήν και γίνεται στο βαθμό που αναλαμβάνουν την ευθύνη της γενναιότητας τους προσωπικά. Όποιος είναι γενναίος δεν εκπροσωπεί κανέναν. Μπορεί με τον τρόπο του να δίνει το παράδειγμα της γενναιότητας, ως ποιότητας του γίγνεσθαι, ώστε να φανεί γενναίος ο καθένας, να κινηθεί στα δικά του όρια και να ανοιχτεί πέρα από αυτά. Αν, τότε, συναντηθεί με κάποιον, που κινείται ανάλογα, και συνδεθούν ταυτοποιητικά, το τρίτο που θα γεννηθεί από τον ταυτοποιητικό τους δεσμό θα δώσει νέα ώθηση στην εξελικτική τους δυναμική προχωρώντας την παραπέρα. Έτσι συμβαίνει η εξέλιξη, όσο δύσκολη κι αν μπορεί να αποδειχθεί για όποιον διασχίσει την επικράτεια του φόβου, αφήσει τους κατοίκους της και, φτάνοντας στα όρια του και στα σύνορα της, βρεθεί εκεί τελείως μόνος. Μπροστά σε μια τέτοια απάνθρωπη μοναξιά, μπορεί να τρομοκρατηθεί και να οπισθοχωρήσει. Αν, πάλι, καταφέρει να κάνει ένα βήμα μπροστά, δεν θα αντέξει να κάνει κι άλλο πιο μακριά αν δεν συναντηθεί ούτε τότε με κάποιον για να γίνει κάτι. Μπροστά στην προοπτική τού τίποτε, θα σωριαστεί ή θα χαθεί. Θα έχει αφήσει, όμως, κάποιο χνάρι με το βήμα του αυτό, που κάποιος άλλος μπορεί να το δει, ο οποίος θα έχει φτάσει, επίσης, μέχρι εκεί, και βλέποντας ότι δεν είναι μόνος, να πάρει κουράγιο να δρασκελήσει τα σύνορα του φόβου, που τα ορίζει το χνάρι του άλλου, και να κάνει το δικό του βήμα μπροστά, ανοίγοντας τον δρόμο ακόμη παραπέρα.

Ο άνθρωπος πάει μπροστά πατώντας στα χνάρια της γενναιότητας. Βέβαια, κανενός η πορεία δεν είναι εξασφαλισμένη κι εδώ ακριβώς έγκειται το κάλεσμα να δείξει θάρρος και να φανεί γενναίος, χωρίς να είναι σίγουρο πως αν κινηθεί στα όρια του θα δει κανένα χνάρι εκεί ή αν τα δρασκελήσει θα βρει κάποιον μετά να συναντήσει. Μάλιστα, δεν αποκλείεται να μη δει κανείς ούτε καν το χνάρι που θα αφήσει αυτός, αν σωριαστεί πέφτοντας ηρωικά. Όμως, αυτό δεν είναι λόγος να μην κινηθεί στα όρια του. Η μεγιστο-ποίηση του είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Δεν μπορεί να περιμένει καμία συγκατάθεση πριν κινηθεί, ούτε να προεξοφλεί καμία επιτυχία στο τέλος της διαδρομής του. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει άλλη επιλογή και αν το κάνει, το κάνει για προσωπικούς λόγους. Από εκεί κι έπειτα, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Πριν, βέβαια, καλό είναι να κάνει ό,τι είναι να κάνει για να έχει γόνιμο αποτέλεσμα η κίνηση μεγιστοποίησης του και να μη πάει μάταια χαμένη· χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να εξασφαλίσει το αποτέλεσμα της ή ότι δεν πρέπει να κινηθεί χωρίς ασφαλή πρόβλεψη, αλλά να κινηθεί όσο γίνεται πιο σωστά, σύμφωνα με το νόμο του γίγνεσθαι, βάσει του οποίου ό,τι είναι να γίνει γίνεται. Εφόσον συγχρονιστεί με αυτόν και ό,τι κάνει το κάνει σύμφωνα με τον τρόπο που γίνεται ό,τι γίνεται, τότε ό,τι και να γίνει με αυτό που κάνει, θα είναι το σωστό για αυτόν και όποιο αποτέλεσμα κι αν φέρει η κίνηση του, θα είναι αυτό που πρέπει, ακόμη και αν δεν ξέρει ποιο θα είναι αυτό.

[28]

Η γενναιότητα είναι άνοιγμα στην ερωτηματικότητα· αυτό το άνοιγμα εισηγείται. Το κλείσιμο στις διατυπωμένες απαντήσεις είναι κάτι δεδομένο, που ήδη συμβαίνει και είναι γνωστό. Δεν έχεις τίποτε να κάνεις για αυτό. Αν έχεις να κάνεις κάτι, είναι να ανοιχτείς πέραν του ήδη γνωστού. Όμως, πρέπει να ανοιχτείς υπό όρους, σύμφωνα με τον τρόπο του γίγνεσθαι, για να αποβεί αποτελεσματικό το άνοιγμα σου, αν και δεν μπορείς να ξέρεις τι είδους αποτέλεσμα θα έχει. Εντωμεταξύ, ο συγχρονισμός των κινήσεων σου με τους κανόνες του γίγνεσθαι θα σε έχει βάλει στην τροχιά της εκπλήρωσης σου, εφάπτοντας σε με το είναι σου κι έτσι θα βρίσκεσαι ήδη εκεί που ήθελες να φτάσεις, ζώντας το άμεσα εν τω γίγνεσθαι του. Αυτό είναι το μέγιστο κέρδος, που ανταμείβει άμεσα με πλούτο βιωματικού και βιωμένου χρόνου τη γενναιότητα σου να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου, που έτσι κι αλλιώς την πήρες για αυτό το σκοπό· για να τη ζήσεις.

Το να είσαι γενναίος δεν σημαίνει να είσαι άφρων, να μη λαμβάνεις υπόψη τον τρόπο που γίνονται τα πράγματα και να κινείσαι αστόχαστα, εκτονώνοντας απλά το περίσσευμα της δύναμης σου, ώστε μετά να μην έχεις άλλη δύναμη να αγωνιστείς και έτσι να βολευτείς ανενόχλητος μες την μικροπρεπή πραγματικότητα των φοβισμένων ατόμων. Αν κάποιος χρειάζεται τη σωφροσύνη είναι ο γενναίος· στους δειλούς είναι άχρηστη. Η φρόνηση του γενναίου δεν έχει σχέση με μια κατάσταση ανόητης παρόρμησης, ασύνδετης από λογικές σχέσεις· ίσα ίσα, αφορά τη θαρραλέα διανοητική κλιμάκωση των σχέσεων αιτίας και αποτελέσματος στις απώτατες συνέπειες τους, την ανάλογη κλιμάκωση των επιθυμιών στην αναγωγή τους στο απόλυτο και την άφοβη πραγματοποίηση τους μέχρι να εκπληρωθεί η ενδόμυχη τους ευχή. Αυτό σημαίνει διαρκή επικοινωνία σώματος-πνεύματος-ψυχής, με γέφυρα τη συνείδηση, και όχι την αποσύνδεση του θυμικού, που μπορεί να κάνει κάποιον παράτολμο, επειδή δεν έχει συνείδηση τι κάνει ή αγνοεί τη βιοτική και βιωματική σύνδεση του με τους άλλους.

Η γενναιότητα όχι μόνο δεν σε αποσυνδέει, αλλά οδηγώντας σε στα όρια σου σε φέρνει σε επαφή με Αυτό, ως προς το οποίο ορίζεσαι τόσο εσύ, όσο και ο καθένας. Εφόσον ό,τι κάνεις δεν το κάνεις περιορισμένα για σένα, αλλά για ό,τι είσαι προορισμένος να κάνεις, αυτό ανοίγει την πεπερασμένη σου δράση στο ευρύτερο γίγνεσθαι και τη συγχρονίζει μαζί του, ώστε αυτό που κάνεις να το κάνεις με τον τρόπο που γίνεται ό,τι γίνεται. Αν, λοιπόν, πρέπει να ρυθμίσεις ως προς κάτι την κίνηση μεγιστοποίησης σου, αυτό δεν είναι κάποιοι κανόνες που έχουν θέσει οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά μόνο όποιος κανόνας τους ξεπερνά και τους καθορίζει· δεν έχεις να φοβηθείς κανέναν άλλον εκτός από αυτόν, όπως και δεν έχεις να αμειφθείς από κανέναν εκτός του γίγνεσθαι. Τη νομοθεσία αυτού ζητάς και αυτήν εφαρμόζεις στην πράξη.

Στον βαθμό που οι ισχύοντες νόμοι μεταξύ των ανθρώπων εμποδίζουν τον συγχρονισμό σου με τον νόμο του γίγνεσθαι, τους εφεσιβάλλεις και ζητάς την αναβάθμιση τους εν ονόματι του, ώστε όχι μόνο να μη σε εμποδίζουν στην προσωπική σου εξέλιξη, αλλά να σε προωθούν σε αυτήν μεγιστο-ποιητικά, επιβραβεύοντας έτσι τη γενναιότητα όλων. Βέβαια, το να τους εφεσιβάλλεις προσωπικά δεν σημαίνει αυθαίρετα, υποκειμενικά και τυχαία. Όσο κι αν ελαύνεσαι από προσωπικούς λόγους για να κάνεις ό,τι κάνεις, μόνον αν το προσωπικό αρθεί στο γενικό, μεγιστοποιούμενο στα όρια του, μπορεί να συλλάβει τον νόμο του γίγνεσθαι, εν ονόματι του οποίου να έχει ισχυρό λόγο για να εφεσιβάλλει τους ισχύοντες νόμους και τα καθεστώτα που επιβάλλουν. Ο προσωπικός έλεγχος τους, απ’ την άλλη, είναι υποχρεωτικός, εφόσον ως άτομο είσαι μέρος ενός συνόλου, το οποίο ρυθμίζεται πάντα βάσει κάποιας τυπικής ή άτυπης νομοθεσίας, κι αν αυτή είναι σωστή ή λάθος, έχει ανάλογες επιπτώσεις στην πορεία σου, στον βαθμό που εξαρτάσαι από το σύνολο και δεν μπορείς να πας πολύ μακριά μόνος και ξεκομμένος από αυτό. Ακόμη κι αν καταφέρεις να επιβιώσεις μακριά από ανθρώπους, δεν θα έχεις καταφέρει τίποτε περισσότερο από τη σαρκική σου επιβίωση, κι αυτό δεν είναι το ζητούμενο· το ζητούμενο είναι η γόνιμη μεγιστοποίηση σου και το πέρασμα σου στην αιωνιότητα μέσω του τρίτου που θα γεννηθεί από τον ταυτοποιητικό σου δεσμό με τον άλλο. Έτσι κι αλλιώς, τη σκέτη επιβίωση την εξασφαλίζει ευκολότερα ένα ομαδοποιημένο σύνολο. Μάλιστα, σε αυτήν τη σκέτη επιβίωση και την αγωνία τής εξασφάλισης της, βασίζεται ο φόβος που συγκρατεί τα ομαδοποιημένα σύνολα σε μια εξ ανάγκης συνοχή, η οποία και συμπήζει τα άτομα σε μάζα.

Η νομοθεσία διαχειρίζεται τον φόβο επιβίωσης· μπορεί να τον στρέψει εναντίον της γενναιότητας, να κρατήσει ουδέτερη και «αδέκαστη» στάση απέναντι της ή να τη συνδράμει ενθαρρύνοντας την. Η στάση της εξαρτάται από το κατά πόσο οι νόμοι της είναι σύμφωνοι με τον τρόπο που γίνεται ό,τι γίνεται. Οι νόμοι του γίγνεσθαι δεν λειτουργούν περιορισμένα παθητικά, τιμωρώντας απλά τους παραβάτες τους, αλλά κυρίως ενεργητικά, επιβραβεύοντας με γονιμότητα νέων μορφών όσους συμμορφώνονται μαζί τους και συντάσσονται άφοβα με τη μορφοποιητική τους δυναμική. Για τη γόνιμη εξέλιξη του ανθρώπινου γίγνεσθαι, δεν αρκεί μια παθητική νομοθεσία, που απλά να προστατεύει από την αδικία επιβάλλοντας κάποιους κανόνες συναλλαγής μεταξύ των ατόμων, ώστε να υπάρχει ένας κάποιος δίκαιος καταμερισμός του όποιου υφιστάμενου πλούτου. Το υφιστάμενο είναι ανεπαρκές και η δίκαια διανομή του δευτερεύουσας σημασίας. Όσο κι αν είναι σημαντική αυτή η μορφή δικαιοσύνης, είναι ακόμη πιο σημαντική η πρόσβαση μας στον Νόμο Αυτού και η ανάλογη ενεργητική νομοθεσία του.

Την πρόσβαση στον Νόμο την έχει μόνο η γενναία σκέψη· γι’ αυτό, πρέπει να ενθαρρύνεται από το κοινωνικό σύνολο η ερωτηματικότητα της, ώστε να μας οδηγεί πέραν του υφιστάμενου και ήδη γνωστού στον άγνωστο Λόγο Αυτού, που μας ορίζει όλους ως έλλογα όντα. Μέσα από την τόλμη της ειλικρίνειας της μαθαίνουμε την αλήθεια, όπως και μέσα από τα θαρραλέα της ανοίγματα κερδίζουμε τον πλούτο των μορφών που μας ευμορφούν εν τω γίγνεσθαι μας. Αυτή προηγείται και όσοι τη φέρουν, για όσο τη φέρουν, είναι αυτοί που θα έπρεπε να ηγούνται φυσιολογικά των κοινωνικών εξελίξεων. Όταν, αντί για γενναίους ηγέτες, μας κυβερνούν επιτήδειοι διαχειριστές του φόβου, έχουμε σαν αποτέλεσμα μια πραγματικότητα κατώτερη μας, που ασκεί τη δύναμη συνοχής της για να μας συγκρατήσει στο λίγο εκφοβίζοντας μας, αντί να μας προωθήσει στο πολύ ενθαρρύνοντας μας.

Ανεξάρτητα από την όποια κατάσταση της πραγματικότητας, η γενναία σκέψη μπορεί να αντλεί αποθέματα ερμηνευτικής δύναμης και να υπερισχύει του φόβου που μετέρχονται οι κάθε μορφής εξουσίες (της ολιγαρχίας ή της μάζας, αδιάφορο) αναφερόμενη άμεσα στο απόλυτο, από όπου πηγάζει η δύναμη του γένους της. Βέβαια, κάθε σκέψη, ακόμη και η πιο δειλή ή η κακόβουλη και σκοταδιστική, έχει ένα δικό της απόλυτο για να αντλεί δύναμη, να τη δικαιολογεί και να τη στηρίζει, διότι όπως και να σκέφτεται παραμένει σκέψη, που σαν τέτοια χρειάζεται μέσα της τον μηχανισμό του απόλυτου για να λειτουργήσει. Ο λόγος, κοινός σε κάθε άνθρωπο, όπως κι αν χρησιμοποιείται, αναπαράγει εκ φύσεως τον Λόγο στον οποίο οφείλεται και έτσι φέρει την καταγωγή του απόλυτου σε κάθε του διατύπωση, όσο κι αν ο χρήστης του δεν το συνειδητοποιεί. Η διαφορά της γενναίας σκέψης είναι ότι δέχεται το απόλυτο ως αυτό που είναι, σαν άμεση ιδιότητα Αυτού και ιδιοκτησία κανενός. Αντίθετα, η φοβισμένη και εκφοβιστική σκέψη προσπαθεί απεγνωσμένα να το ιδιοποιηθεί, είτε για να οχυρωθεί και να κλειστεί σε αυτό, είτε για να επιτεθεί με αυτό και να επιβάλλει τον φοβισμένο απολυταρχισμό της σε όσους την αμφισβητούν.

Όσοι από τους αμφισβητίες δεν καταλαβαίνουν τη διαρκή χρησιμοποίηση του απόλυτου στις υποκειμενικές κρίσεις και σηκώνουν ως απελευθερωτική σημαία τους τον υποκειμενισμό της γνώσης, πέφτουν σε αντίφαση γιατί ακόμη και ο σχετικισμός τους έχει κάτι απόλυτο να τον στηρίζει, όπως άλλωστε και κάθε γενική διατύπωση. Αν η γενναία σκέψη, παρόλες τις καλές της προθέσεις, δεν στηρίζεται συνειδητά στην αναφορά της στο απόλυτο, η ερμηνεία της αποδεικνύεται ασταθής πατώντας στο αβέβαιο σχετικό και ανατρέπεται εύκολα από την υπεροπλία φόβου που διαθέτουν όσοι κατέχουν τα μέσα να επιβάλλουν την αυθαίρετη γνώμη τους ως απόλυτη. Όταν η αλήθεια είναι σχετική, λες και είναι θέμα συγκατάνευσης υποκειμένων η αποδοχή της ύπαρξης της, (και όχι κάτι πέραν αυτών, ως το απόλυτο που τα εμπεριέχει και στο οποίο τείνουν για να ολοκληρωθούν), τότε, η συγκατάνευση του ενός μπορεί να αποσπασθεί με την απειλή του άλλου, που έχει τα μέσα να τον εκφοβίσει, αφού ο πρώτος στερείται της σταθεράς που θα του έδινε τη δυνατότητα να υπερισχύσει του φόβου του άλλου, ερμηνεύοντάς τον αντικειμενικά.

[29]

Η βία μειώνεται, όσο η αλήθεια εξαντικειμενικεύεται. Αντίθετα, η βία είναι το σύνηθες μέσο στο οποίο καταφεύγει κάποιος για να επιβάλλει τη δική του εκδοχή της αλήθειας σε όποιον δεν συμφωνεί μαζί του. Επειδή, η «αλήθεια» του καθένα πρέπει να στηριχθεί σε ένα κάποιο «απόλυτο» για να ισχύει ως αλήθεια, αυτός το αποσπά από τον λόγο με ένα κάποιο μύθευμα, που να δικαιολογεί το αυθαίρετο απόλυτο του με έναν υπερφυσικό και υπεράνθρωπο δικό του θεό, φοβερό και τρομερό για όποιον τον αμφισβητεί. Ο φόβος που μετέρχονται οι εξουσίες γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματικός όταν Αυτό παρουσιάζεται ως δικό τους, ιδιοποιημένο και περι-ορισμένο στα μέτρα τους, με την μορφή ενός είδους θεού μπροστά στον οποίο δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να υποταχτείς ή να βρεις κάποιον άλλον θεό να σε υποστηρίξει εναντίον του. Η αναπαραγωγή της βίας είναι παράγωγο του περι-ορισμού Αυτού στα ανθρώπινα μέτρα και αίρεται με την άρση όλων των (κατά)χρηστικών ορισμών που του έχουν δοθεί και την αναγωγή τους στο απόλυτο, το οποίο δεν μπορεί να οριστεί παρά ερωτηματικά.

Η ερωτηματική πρόσβαση στο απόλυτο δεν σημαίνει καθόλου τη σχετικοποίηση της γνώσης ή τον υποκειμενισμό της αλήθειας, αλλά τον σταθερό προσανατολισμό της ερωτηματικότητας στην κατεύθυνση του απόλυτου και τη διαρκή εξαντικειμενίκευση της αλήθειας κατά την πορεία της γνώσης, όπως τη διανοίγει η νόηση μέσα στα οργανωτικά πλαίσια του λόγου και με την ώθηση της πίστης που την οδηγεί στο άγνωστο πέραν αυτής. Η σταθερή αναφορά της νόησης στο πέραν αυτής αδιανόητο απόλυτο, το οποίο θέλει να εννοήσει κατηγορηματικά, αν και είναι αδύνατο να το προσεγγίσει παρά ερωτηματικά, ωθείται, μεν, από την πίστη, αλλά, συνάμα, υποστηρίζεται από τον λόγο, που οργανώνει τις νοητικές διαπιστώσεις σύμφωνα με τη δική του έλλογη (εν-λογη) αναφορά στο απόλυτο που τον ρυθμίζει και τον κανονίζει εγγενώς σαν λόγος του λόγου του, σαν ο Λόγος του.

Με ρυθμιστή τον λόγο, η νόηση μπορεί να οργανώσει τις διαπιστώσεις της ανά-λογα του Λόγου Αυτού, βάσει του οποίου είναι φτιαγμένος ο κόσμος, και να ερμηνεύσει ορθά την πραγματικότητα αναφερόμενη σταθερά στο απόλυτο Του, συστηματοποιώντας θεωρητικά τις ερμηνευτικές παρατηρήσεις της και μεταφέροντας τες άμεσα στη γλωσσική τους αντιστοιχία. Η ορθή εννόηση του κόσμου μάς οδηγεί στο σωστό, χωρίς αυτό να σημαίνει την πλήρη εννόηση του όλου και την κυριολεκτική μεταφορά του στη γλώσσα. Σίγουρα, όμως, να σημαίνει την εξάντληση του διανοητικού μας πλεονάσματος με τη πλήρη διάθεση του στην ερμηνεία, έτσι που να μη μένει τίποτε άλλο πια να καταλάβουμε, αν και δεν θα τα έχουμε καταλάβει όλα.

Η πλήρης αντιστοιχία αυτού που είναι και αυτού που νομίζουμε, το καθαρό αντικαθρέφτισμα της στη γλώσσα και η ταύτιση θεωρίας και πράξης σε μια οικεία μας πραγματικότητα, υπόσχονται την απλότητα και τον ησυχασμό, που όλοι κατά βάθος θέλουμε. Η εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης βρίσκεται μέσα στις γνωσιοθεωρητικές προδιαγραφές της νόησης μας, όπως τις ορίζει ο λόγος μας, που ορίζεται από τον Λόγο, (και όχι από εμάς, ούτε και τη νόηση μας). Γι’ αυτό, δεν θα φτάσουμε στην εκπλήρωση της καταργώντας αυτή τη σχέση αναφοράς, απλουστεύοντας την και κηρύσσοντας το τέλος του λόγου στα μισά του δρόμου, παραιτούμενοι στο τυχαίο και αρνούμενοι να οργανώσουμε συστηματικά τις σκέψεις μας αναφερόμενοι μέσω του λόγου στον Λόγο Αυτού και την οργανωτική του Αρχή.

Η συστηματικότητα είναι συστατική λειτουργία της σκέψης και της γλώσσας· λειτουργεί σαν ένας αυτοματισμός του μηχανισμού τους. Ανεξάρτητα αν το συνειδητοποιούμε, ερμηνεύουμε πάντα συστηματικά, δηλαδή σε σχέση με κάτι άλλο κι αυτό με άλλο, μέχρι που φτάνουμε σε μια θεμελιώδη ερμηνευτική Αρχή. Η διαφορά ανάμεσα στα ερμηνευτικά συστήματα, τα οποία προτείνουν οι κατά καιρούς θεωρίες, βρίσκεται στο κατά πόσο είναι συνειδητά στη συστηματικότητα τους και στο κατά πόσο η Αρχή τους είναι θεμελιώδης, όντας γενική, αντικειμενική και ουδέτερη. Η καθαρότητα των διατυπώσεων και διαπιστώσεων τους εξαρτάται άμεσα από το αν η Αρχή τους ξεκινάει από κάτι, ή καταλήγει σε κάτι, που είναι καθαρό καθαυτό, δηλαδή σε Αυτό που είναι το μόνο αυτοπροσδιορισμένο, και ως προς το οποίο όλα τα άλλα προσδιορίζονται και ξεκαθαρίζουν, άρα τόσο ο άνθρωπος όσο και η νόηση του.

[30]

Αφού ό,τι κάνουμε το κάνουμε εν Αυτώ και δι’ Αυτό, όντας προσδιορισμένοι εξ Αυτού, αυτό σημαίνει ότι δεν αποφασίζουμε εμείς το περιεχόμενο της νόησης μας, ούτε την αξιολογική της Αρχή. Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε, αλλά, αναγνωρίζουμε. Όταν, επίσης, μιλάμε για αναφορά σε κάτι πέρα από εμάς, δεν εννοούμε μια εξωτερική σχέση με Αυτό, αλλά μία εκ των ένδον αναφορά, με την έννοια ότι το μέσα μας έχει την αναφορά και μάλιστα αυτή που είναι δική του, όχι εξωτερική και επιβεβλημένη.

Η εγγενής αναφορικότητα του λόγου διαπερνά όλους τους έλλογους μηχανισμούς, τις διανοητικές λειτουργίες και πνευματικές συνιστώσες μας, όπως τη γλώσσα, την ερμηνεία και τη θεωρία. Η θεωρία οργανώνει το ερμηνευτικό της σύστημα αναφερόμενη πέραν αυτής σε αυτό που την ορίζει και έτσι ξεκαθαρίζει ο γόνιμος ρόλος της ως ενδιάμεσης μεταξύ αυτού και της πράξης. Ανάλογα, η κατά την ερμηνευτική διαδικασία αναζήτηση μιας σταθεράς πέραν των επιμέρους παρατηρήσεων της, κλιμακώνει τις ερμηνευτικές τους συζεύξεις προς τη πλήρη θεώρηση του Όλου, άγοντας τες στη συστηματική ολοκλήρωση τους προς μια γενική θεωρία. Η γλώσσα, επίσης, λειτουργεί με ένα κλιμακούμενο σύστημα αναφορών, αφού για να προσδιορίσει κάτι ονομαστικά, το ονομάζει σε σχέση με κάτι άλλο κι αυτό με κάτι άλλο και έτσι η όλη ονοματοθεσία της τείνει σε ένα σταθερό σημείο εκτός αυτής για να στηριχθεί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έχουμε ένα γενικότερο σύστημα κλιμακούμενων αναφορών όλων των έλλογων (υπο)συστημάτων, βάσει της τάσης του λόγου προς το σταθερό σημείο που ορίζει το απόλυτο του, ήτοι τον Λόγο, που αν και άγνωστος και ερωτηματικός, είναι το μόνιμο στήριγμα του σαν λόγος της ύπαρξης του και υποστηρίζει οποιαδήποτε απάντηση του νου μάς προσφέρει αντικειμενική γνώση, εφόσον είναι λογική, δηλαδή, στηριγμένη στους κανόνες του Λόγου, όπως εκφράζονται και παρουσιάζονται μέσω του λόγου και μέσα σε αυτόν. Εφόσον αυτά τα (υπο)συστήματα ρυθμίζονται βάσει της έλλογης αναφορικότητας, κλιμακώνονται απρόσκοπτα στην εννόηση του Όλου, υποδεικνύοντας στην πράξη την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης μας ως έλλογα όντα. Αν αστοχούν, το λάθος δεν βρίσκεται στον λόγο, αλλά στην λανθασμένη ρύθμιση τους ως προς αυτόν ή στην απορρύθμιση τους.

Το πρόβλημα δεν μπορεί να το έχει ο λόγος, που είναι το ανά-λογο του Λόγου λειτουργικό σύστημα του νου μας, αποτελώντας αντίγραφο της νοημοσύνης Αυτού στα μέτρα μας. Το πρόβλημα βρίσκεται στο κατά πόσο τα διανοήματα μας είναι ρυθμισμένα βάσει αυτού, στο κατά πόσο είμαστε ανοιχτοί στη ροή της συνείδησης, που τα συνδέει τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον λόγο στην τριαδική του συνάρτηση με το σώμα και τη ψυχή, στο κατά πόσο ερευνούμε ερωτηματικά το άγνωστο διευρύνοντας γενναία τη γνώση μας και στο κατά πόσο όλα όσα γνωρίζουμε τα εκφράζουμε με τη γλώσσα άφοβα προς τα έξω κοινοποιώντας το σωστό και τροποποιώντας την ανάλογα, ώστε να τα εκφράζει σωστά.
Αν η γλώσσα δεν πατάει στέρεα στον λόγο, που στηρίζεται στον Λόγο, ταλανίζεται μες την αμφισημία και γίνεται πρόξενος σύγχυσης. Το γλωσσικό εργαλείο, όσο εξελιγμένο κι αν είναι ιστορικά σε κάποιες εθνικές γλώσσες, δεν αρκεί για την ερμηνεία και τη μετάδοση της, αν δεν χειρίζεται σε σχέση με τη νοηματοδοτική του σταθερά. Ο μηχανισμός των λέξεων και των εκφράσεων δεν μπορεί να αποδώσει ερμηνευτικά χωρίς την ένδοθεν αναφορά του σε ένα σταθερό σημείο πέραν αυτού, που όσο και αν είναι άφατο -μιας και δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις, αφού τις ξεπερνάει- είναι αυτό που θέλγει ερω(τημα)τικά τη γλώσσα έλκοντας την να τα πει όλα μέχρι να μην έχει τίποτε άλλο να πει και μετά να περάσει στην εμβριθή σιωπή τής απεραντοσύνης του Όλου, φέρνοντας μας σε επαφή με την κατανυκτική σαγήνη του απόλυτου.

Χωρίς το απόλυτο στην «καρδιά» του συστήματος της, η γλώσσα δεν έχει κατεύθυνση και διαλύεται σε σκόρπιες λέξεις χωρίς συνάφεια. Το «εγώ» δεν είναι αρκετό να συνδέσει τις λέξεις οργανώνοντας τες γύρω από τον εαυτό του, ως τη μόνη υπάρχουσα βεβαιότητα (όπως έχουν πει), διότι είναι και το ίδιο συνδεδεμένο, άρα σχετικό και αβέβαιο αφεαυτού. Το ομιλούν υποκείμενο δεν είναι η βάση της γλώσσας, αλλά φορέας της έκφρασης της. Οι ποικίλες εκφράσεις της γλώσσας, με το πλήθος των παραλλαγών της από ένα ισάριθμο πλήθος υποκειμένων (ομαδοποιημένων, έστω, στα συμβατικά πλαίσια των εθνικών τους γλωσσών) είναι αυστηρά δομημένες πάνω στην ίδια και μοναδική βάση στην οποία στηρίζονται κι αυτά για να υπάρχουν, που δεν είναι άλλη από τον Λόγο Αυτού, τον Λόγο ύπαρξης του κάθε τι, όπως και του λόγου μας. Η κοινή έλλογη βάση γλώσσας και υποκειμένου τα συνδέει μέσω των λέξεων στη συμφωνημένη λεκτική αναφορά τους προς κάτι τρίτο εκτός αυτών, η οποία έτσι εξαντικειμενικεύεται. Αυτή η λεκτική αντικειμενικότητα δίνει τη δυνατότητα στα διαφορετικά υποκείμενα να επικοινωνούν μεταξύ τους και να συνεννοούνται (τόσο εντός των εθνικών τους γλωσσών, όσο και κατά την αμοιβαία εκμάθηση τους). Αυτή η δυνατότητα δίδεται στους ανθρώπους για κάποιο λόγο. Ο λόγος για τον οποίο πρέπει να επικοινωνούμε και να συνεννοούμαστε, ακόμη κι αν διαφωνούμε, είναι μεν άγνωστος, όπως και Αυτό στο οποίο οφείλεται, αλλά εμπεριέχεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα μας, ως ο λόγος της.

Θέτοντας το ερώτημα για ποιον λόγο τελικά μιλάμε, πιάνουμε την άκρη του νήματος των κοινωνικών μορφών που πλέχθηκαν με τον ιστό της γλώσσας και ακολουθώντας τον έλλογο μίτο της, μπορούμε να τις ξεμπλέξουμε από όσα ξένα στοιχεία έχουν μπλεχτεί σε αυτές φοβίζοντας μας και αποξενώνοντας μας. Ό,τι ανοίκειο έχει παρεισφρύσει μεταξύ μας, το έχει καταφέρει αποσυνδέοντας τη γλώσσα από την έλλογη βάση και οργάνωση της. Η αλλοίωση της έλλογης αναλογικότητας των γλωσσικών διατυπώσεων μπορεί να μεταφέρει στον νου λάθος εικόνα της πραγματικότητας και να τον παραπλανεί με συνέπεια να κατευθύνει την πράξη στη στο κενό και στη συντριβή. Είναι μια εχθρική ενέργεια εναντίον της γλώσσας από όσους κερδοσκοπούν ανόητα πάνω στην απώλεια του άλλου προδίδοντας τις λέξεις, αφού, χωρίς την ανα-λογικότητα τους θα χαθούν κι αυτοί με τη σειρά τους μέσα σε έναν λαβύρινθο ψευδαισθητικών αντανακλάσεων. Η αποκατάσταση της λεκτικής αντικειμενικότητας, όπως έχει δομηθεί βάσει του λόγου, και η αναφορική κλιμάκωση των έλλογων διατυπώσεων της γλώσσας στο απόλυτο, μας επανασυνδέει με το ζήτημα της αλήθειας, αποκαθιστώντας την ανα-λογικότητα της νόησης μας, ώστε να καθρεπτίζει σωστά την πραγματικότητα στον βαθμό που την ξέρουμε πραγματικά και την μαθαίνουμε ερμηνεύοντας την. Μεταδίδοντας και διασταυρώνοντας μέσω της γλώσσας τις ερμηνευτικές μας διαπιστώσεις, ελέγχεται η γενική τους ισχύς και έτσι μπορεί να αναδειχθεί η γενική θεωρία που θα συντονίσει τις υποκειμενικές μας προσπάθειες σε μια κοινή και αντικειμενική πρόσβαση στην αλήθεια. Για την επίτευξη αυτής της γενικότητας ο ρόλος του λόγου στη γλώσσα είναι καθοριστικός, διότι συνέχει τα υποκείμενα ορίζοντας την κοινή έλλογη δομή όλων των γλωσσικών ιδιωμάτων, εκφράσεων και παραλλαγών τους

[31]

Τη δυνατότητα πρόσβασης στην αλήθεια την έχει ο καθένας και δεν είναι ειδικότητα κανενός, αφού όλοι, όποια γλώσσα κι αν μιλούν, κατέχουν πάνω κάτω τους βασικούς ερμηνευτικούς της τύπους, αρκεί να τους χειριστούν χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις που φοβίζουν και αποδιοργανώνουν τις ερμηνευτικές διαπιστώσεις και διατυπώσεις τους. Όσοι ξέρουν κάτι παρά πάνω επί της ερμηνευτικής διαδικασίας μπορούν και πρέπει να ενθαρρύνουν την ερμηνεία των άλλων, και όχι, βέβαια, να την αποθαρρύνουν παρουσιάζοντας την ως επαγγελματικό τους προνόμιο. Αυτό που πρέπει να υποδεικνύει η όποια ερμηνευτική ενθάρρυνση για να δείχνει το δρόμο της αλήθειας, δεν είναι μια τυχαία και σκόρπια εκφραστικότητα, αλλά τη γενναία συγκέντρωση της νόησης στη μέγιστη επιθυμία της, στην εννόηση Αυτού, του αδιανόητου πέραν αυτής, και την ερω(τημα)τική του προσέγγιση.

Οποιαδήποτε ερμηνευτική πρόταση δεν φτάνει στο ερώτημα Αυτού και κλείνει πρόωρα με μια απάντηση που ονομάζει Αυτό με κάποια προσδιορισμένη λέξη, διακόπτει τη λειτουργική σχέση της με το γλωσσικό εργαλείο, που είναι έτσι επεξεργασμένο ώστε να κλιμακώνεται αναφορικά μέχρι που να φτάνει σε τόσο αφηρημένες έννοιες, που ως λέξεις να είναι πάντα ανοιχτές, θέτοντας διαρκώς ερωτήματα για το ακριβές περιεχόμενο τους, επειδή ακριβώς άπτονται Αυτού. Οι λέξεις αυτές είναι οι πρωταρχικά αφηρημένες έννοιες στις οποίες πρέπει να εισάγονται τα νέα άτομα ώστε να διαθέτουν τα μέσα της αφαίρεσης που θα διευκολύνουν την άρση της νόηση τους από το επιμέρους στο Όλον. Γι’ αυτές δεν χρειάζονται ειδικές σπουδές, αφού ως έννοιες είναι τόσο γενικές, που αρκεί η πρόσληψη της γενικότητας τους, με την απελευθέρωση του νου από κάθε προσδιορισμένο περιεχόμενο, που τον προκαταλαμβάνει. Δεν είναι σαν τις λέξεις που ορίζουν ποσοτικά μεγέθη και προέρχονται από εξειδικευμένα επιστημονικά πεδία, αναπτυγμένα με μια επεκτατική διαδικασία γνώσης, ώστε να χρειάζονται τη σταδιακή εκμάθηση τους. Όχι μόνο δεν αφορούν τη γραμμική επεκτατικότητα κάποιας ποσοτικής γνώσης (ή γνώσης ποσοτήτων), αλλά ως καθαρά ποιητικές, σε άμεση επαφή με τη ποιούσα Αρχή όλων, επαναφέρουν τη γνώση στον λόγο ύπαρξης της και μάλιστα με ριζικά ανα-κυκλικό τρόπο. Όντας τέλεια κυκλικές, μας μεταφέρουν νοητικά στην τελειότητα κρατώντας την ζωντανή μέσα μας παρά την ατελή μας πραγματικότητα. Ως εκ της τέλειας κυκλικότητας τους είναι οι μόνες λέξεις που μπορούν να αυτοαναφέρονται χωρίς να χάνουν το νόημα τους, διότι αυτό δεν είναι συγκεκριμένο, αλλά άφατο και άπειρο.

Όταν λέμε λέξεις όπως το «Είναι» ή το «Όλον» δεν χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο για να τις στηρίξουμε, διότι ό,τι και να πούμε το περιέχουν ήδη στο νόημα τους, (αφού κάθε τι «Είναι» για να είναι κάτι, και όλα τα κάτι εμπεριέχονται στο «Όλον»), για αυτό και μπορούν να αναφέρονται στον εαυτό τους χωρίς πρόβλημα. Αν πούμε, όμως, τη λέξη «Εγώ», εννοώντας «εμένα, που σκέφτομαι», κάνουμε αμέσως αναφορά σε κάτι άλλο εκτός αυτής της λέξης για να τη στηρίξουμε, είτε σε «εμένα» συγκεκριμένα, είτε σε αυτό που «σκέφτομαι», διότι όταν σκέφτομαι, σκέφτομαι πάντα κάτι. Χωρίς κάτι να σκέφτομαι, δεν σκέφτομαι, αφού ακόμη κι αν αυτό το κάτι είναι ο εαυτός μου (όταν σκέφτομαι εμένα), τον σκέφτομαι σαν κάτι για να μπορέσω να τον σκεφτώ. Αν επιμένουμε να αναφερόμαστε στο «εγώ» σαν κάτι ασύνδετο και αυθύπαρκτο, άρα δυνατό να αυτοαναφέρεται, τότε εισάγουμε τον «εγωισμό» στη γλώσσα, που ήδη τον έχει καταδικάσει στη λέξη «εγω-ισμός», με την κατάληξη -ισμός, που καταδικάζει την αυθαίρετο εγκλεισμό της ολότητας σε κάτι επιμέρους και πεπερασμένο, όπως το εγώ στον εγω-ισμό. Το άνοιγμα στην εννόηση του όλου γίνεται με λέξεις που τείνουν σε αυτό για να ολοκληρωθούν και δεν το ιδιοποιούνται καταχρηστικά φέροντας τον ολοκληρωτισμό. Στις λέξεις που τείνουν στο όλο ταιριάζει η κατάληξη –ικός, όπως «ερωτικός», όπου ο έρωτας τείνει σε κάτι πέραν αυτού για να ολοκληρωθεί ενωμένος μαζί του, (ενώ, «ερωτισμός» σημαίνει εμμονή του έρωτα με τον εαυτό του).
Οι λέξεις που αυτοαναφέρονται αυθαίρετα είναι σαν καρκινικά κύτταρα που αναπτύσσονται ανεξάρτητα από το σύστημα της γλώσσας, για αυτό και η γλώσσα τις επιτίθεται με λέξεις αντίδοτα που τις καταδικάζουν. Ο οργανισμός της ανθρώπινης γλώσσας είναι ανάλογος με αυτόν του ανθρώπινου σώματος, με την έννοια ότι και οι δύο είναι δημιουργήματα της φύσης, που η σύνθεση τους σε μία οντότητα έπλασε τον άνθρωπο, ως το έλλογο όν. Δεν έφτιαξε ο άνθρωπος τη γλώσσα, όπως ούτε το σώμα του, αλλά φτιάχτηκε και φτιάχνεται μαζί τους. Γι’ αυτό, είναι καλό να ενσκήπτει τόσο στη γνώση του σώματος του όσο και στις μορφές της γλώσσας του όπως έχουν επεξεργαστεί μέσα στους αιώνες της εξέλιξης του, διότι εκτός του ότι τον συνέχουν με το καταγωγικό του απόλυτο, τον ανάγουν σε αυτό.

Η αναγωγή στο απόλυτο φέρει στο προσκήνιο τα ρήματα ως τις λέξεις-περάσματα προς αυτό. Τα ρήματα είναι οι λέξεις-φορείς που μεταφέρουν την πλεονάζουσα ενέργεια του υποκειμένου στο αντικείμενο και αντίστροφα. Κλιμακώνουν την ανταλλαγή πλεονάσματος των ουσιαστικών και τα συνουσιάζουν μέσω της ρηματικής τους ρευστότητας, μέχρι να φτάσουν στον αμοιβαίο οργασμό που τα καταργεί σαν διακεκριμένες οντότητες και τα συνέχει Εν Αυτώ εναγκαλίζοντας τα μεταξύ τους στον (α)σπασμό του απόλυτου, μέσα από τον οποίο γεννάται κάτι το τρίτο, ως νέο πλεόνασμα και καινούργια έκφραση, ως μία ακόμη ονομασία πέραν των γεννητόρων λέξεων της. Τα ρήματα παίζουν καταλυτικό ρόλο στο γίγνεσθαι της γλώσσας πέρα από το «είναι» των δεδομένων και (προ)υπαρχόντων λέξεων. Είναι φορείς της αυτό-υπέρβασης κάθε ονόματος προς ένα άλλο όνομα, με το οποίο το πρώτο ενώνεται ρηματικά σε μια κοινή πρόταση-αναφορά και των δυο προς κάτι τρίτο, και αυτό το τρίτο ενώνεται με τη σειρά του με ένα άλλο και ούτω κάθε εξής μέχρι να αναφερθεί η γλώσσα σε Αυτό, επι-στρέφοντας τη νόηση στην τέλεια κυκλικότητα του, μέσω των κυκλικών εννοιών που του αναλογούν και μπορούν να αυθίστανται χωρίς πρόβλημα εκτός των ρηματικών τύπων του γίγνεσθαι, σε κατηγορηματικές προτάσεις του Είναι. Όλες οι άλλες λέξεις οφείλουν να διαθέτουν μέσω των ρημάτων το πλεόνασμα τους (που τις ορίζει ως κάτι τις πέραν του τίποτε) στο γλωσσικό γίγνεσθαι στο οποίο οφείλονται, για να παίζουν ρόλο στη γλώσσα.

Οι λέξεις ονομάζοντας ό,τι είναι κάτι τι, (αφού ό,τι δεν είναι, δεν έχει όνομα) ονομάζουν ό,τι υπερέχει της αντενέργειας του αντίθετου του και υπερβαίνει το καταγωγικό άθροισμα των δύο γενετικών συνιστωσών του ως κάτι τρίτο πέραν αυτών. Το υπέρ και το πέραν που ορίζει κάθε τι σαν κάτι ξεχωριστό, συνιστά το πλεόνασμα που το φορτίζει να κινηθεί μέχρι να το διαθέσει πλήρως και να απαλλαγεί από τη φόρτιση του ενωνόμενο σε έναν ταυτοποιητικό δεσμό. Ανάλογα και το ονόματα, ονομάζουν πάντα κάτι τρίτο, που νιώθοντας περιττό ενώνεται σε πρόταση. Μόνο σε μια πρόταση αποκτάει νόημα και περιεχόμενο και το ολοκληρώνει, εφόσον αυτή η πρόταση το ταυτοποιεί άρτια ενταγμένη στο αναφορικό σύστημα της γλώσσας. Σε αυτό, έχουμε μια συνουσιαστική κλιμάκωση των ρηματικών προτάσεων, με κάθε πρόταση που γεννιέται από την ένωση δύο προηγούμενων να ορίζει κάτι τρίτο που πλεονάζει αυτών και τις ξεπερνά ως κάτι ξεχωριστό, το οποίο με τη σειρά του θα ενωθεί για να παραχθεί κάτι άλλο που θα προάγει τη γλώσσα ένα σκαλί πιο κοντά στην ολοκλήρωση της σε κατηγορηματικές προτάσεις του Είναι, αναφερόμενη στις πρωταρχικές έννοιες Αυτού και ησυχάζοντας μες το ανείπωτο περιεχόμενο τους. Εκεί, σε επαφή με την τέλεια κυκλικότητα τους, η γλώσσα επανέρχεται στον καταγωγικό λόγο της κι επιστρέφει στο σημείο από όπου ξεκίνησε, ξαναβρίσκοντας την απλότητα και την αμεσότητα του. Τότε, η γλώσσα ολοκληρώνεται φέρνοντας σε ολοκλήρωση και τον φορέα της άνθρωπο.

Η γλωσσική ολοκλήρωση βρίσκεται στην επαφή της με το πέραν αυτής· δεν βρίσκεται στον εαυτό της, αλλά στην ένδοθεν αναφορά της σε Αυτό. Ανάλογα με αυτήν, και τα συστατικά της στοιχεία συναρτώνται με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε όνομα να παίζει ρόλο στην κλιμάκωση του αναφορικού συστήματος της διαθέτοντας το πλεόνασμα του μέσω των ρημάτων σε άλλες ονομασίες. Αν κάποια το κατακρατούν αυτοαναφερόμενα, παίζουν αποδιοργανωτικό ρόλο εισάγοντας εχθρικά στοιχεία στη γλώσσα, που τα καταδικάζει με χαρακτηρισμούς απαξιωτικούς, όταν τα εντοπίσει. Γι’ αυτό, η γλώσσα πρέπει να προσέχει διαρκώς τη συμπεριφορά κάποιων λέξεων που έχουν την επεκτατική τάση να διπλασιάζουν τον εαυτό τους, αντί να τον μοιράζονται. Όταν η λέξη «μέσον» αναφέρεται στον εαυτό της και τον διπλασιάζει σε «μέσον του μέσου», εισάγει την «εμμεσότητα» στη γλώσσα εμποδίζοντας την να ολοκληρωθεί ως «αμεσότητα». Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τη λέξη «σκοπός»· να διπλασιαστεί σε «σκοπό του σκοπού» ή «αυτοσκοπό» και να προκαλέσει τη «σκοπιμότητα» που θέλει να υποτάξει όλες τις άλλες λέξεις στον εαυτό της. Όσες λέξεις έχουν την τάση να εκτραπούν εκτός των νοηματοδοτικών τους προτάσεων, που τις συναρτούν ρηματικά με κάτι άλλο και όχι με τον εαυτό τους, πρέπει να επανέρχονται στην τάξη, όπως ορίζεται από τον Λόγο της γλώσσας, που δίνει δικαίωμα μόνο στις πρωτογενείς έννοιες Αυτού να αυτοαναφέρονται.

Οι διάφοροι εγω-ισμοί των δευτερογενών λέξεων που αποσπώνται εκτός του ρηματικού γίγνεσθαι της γλώσσας διεκδικώντας μια ολότητα που δεν τους ανήκει, συνοδεύονται πάντα από μια ανάλογα εγωιστική προσέγγιση Αυτού, όπου Αυτό αλλοιώνεται έτσι ώστε να φαίνεται ότι είναι επίσης κάποιο όνομα εκτός πρότασης, ένα είδος υπέρ-Εγώ, και όχι ο άφατος Λόγος εντός της, η ψυχή και το ρέον στοιχείο που τη συνέχει προς το πέραν αυτής, μέσω των ρημάτων. Οι ονομαστικοί προσδιορισμοί Αυτού σε κατηγορηματικές προτάσεις εγωιστικής κατασκευής σκοπεύουν να αναχαιτίσουν τη ρηματική ρευστότητα που μας μυεί στην ερωτηματική αποδοχή του και να αποταμιεύσουν τη ροή του λόγου στο φράγμα που αρδεύει τα συμφέροντα της επικράτειας του εγώ τους. Όταν Αυτό γίνει οριστικά αποδεχτό από όλους σαν το καθοριστικό τους ερωτηματικό θα αρθούν και όσοι –ισμοί παρεμβαίνουν στη γλώσσα εκτρέποντας την σε μια αποσπασματική αντιπαράθεση κατηγορηματικών προτάσεων, ανίκανη να ερμηνεύσει το γενικό, γιατί στερείται των ρημάτων της προς αυτό.

Ο τονισμός της σημασίας των ρημάτων τονίζει και τη σημασία όλων των συναφών της ρηματικότητας ποιοτήτων ως εξαιρετικά κρίσιμων για την απεμπλοκή του γίγνεσθαι από στάσιμες κατηγορηματικότητες. Οι ελληνικές λέξεις του ρηματικού «ρο» (όπως Ροή, Ρευστότητα, Ρώμη, ευΡωστία, εΡώτηση, έΡωτας, κλπ.) αναφέρονται σε καταστάσεις που αίρουν τα εμπόδια που παρεμβάλλουν στο γίγνεσθαι οι εγωισμοί των διαχωρισμένων οντοτήτων. Οι οντότητες που αντιδρούν σε ότι της υπερβαίνει φοβούμενες ότι θα τις καταλύσει σαν διακεκριμένες, στέρεες και σταθερές μορφές, αίρουν τις επιφυλάξεις τους μέσω του έρωτα και αφήνονται στη ρευστότητα που τις παρασύρει στη ροή του γίγνεσθαι, που τους παρέχει τη ρώμη της αυθυπέρβασης και την ευρωστία της ερω(τημα)τικής τους υπόστασης. Χωρίς αυτά τα «ρο» τους οι μοναχικές οντότητες παραμένουν καχεκτικές κι ανέραστες υποστάσεις, οχυρωμένες πίσω από κατηγορηματικές απαντήσεις που δεν τις ρωτάει κανείς πια.

Monday, August 07, 2006

[32]

Η επανεισαγωγή της ρευστότητας ως μίας από τις κυριότερες παραμέτρους του γίγνεσθαι δεν υποτιμά τη σημασία της σταθερότητας, αλλά της δίνει τα σωστά πλαίσια. Το μέτρο του σταθερού μιας οντότητας βρίσκεται εκεί όπου τη συγκροτεί σαν μορφή, αλλά δεν τη συγκρατεί εκτός του μορφο-ποιητικού ρεύματος της. Βέβαια, δεν τίθεται θέμα επιλογής του μέτρου σε όλες τις οντότητες, εφόσον δεν έχουν το περιθώριο να αποφασίσουν για το βαθμό της σταθερότητας ή της ρευστότητας τους. Τα ζώα ή τα φυτά απλά εκτελούν αυτόματα τις προδιαγραφές της μορφής τους, οι οποίες ορίζουν σταθερά τη στάθμη της ρευστότητας τους. Το θέμα του μέτρου τίθεται στον άνθρωπο, μιας και έχει την ελευθερία να το παραβιάσει, αφού δεν το έχει ενσωματώσει πλήρως στη μορφή του.

Η πλήρης ενσωμάτωση του μέτρου στη μορφή του ανθρώπου σημαίνει την πλήρη μορφο-ποίηση του ώστε να μη μένει κανένα ανεκπλήρωτο υπόλοιπο του ανένταχτο σε αυτήν, καμία αφανέρωτη δυνατότητα του και τίποτε απραγματοποίητο από όσα μπορεί εν δυνάμει να πραγματοποιήσει. Όταν θα έχει διαθέσει πλήρως το οντικό του πλεόνασμα (αυτό που του δίνει την ξεχωριστή του οντότητα σαν έλλογο ον), δεν θα του μένει και καμία ελευθερία περαιτέρω διαφοροποίησης του, αφού φτάνοντας ταυτοποιητικά στην οριστική πληρότητα του δεν θα τη χρειάζεται. Έχοντας εξαντλήσει δημιουργικά την ελευθερία του, δεν θα μπορεί πλέον να παραβεί το μέτρο, και τότε θα έχει φτάσει στην τελείωση του. Από εκεί και μετά, με την πλήρη ενσωμάτωση του μέτρου, μπορεί να περάσει στην αυτόματη ρύθμιση του κατά τον απλό και αυτονόητο τρόπο της φυσικότητας με την οποία ρυθμίζεται αυτόματα το σώμα του.

Με την πραγματοποίηση των προδιαγραφών του και την αντικειμενοποίηση της πλεονάζουσας ενέργειας του με το ρηματικό πέρασμα της από το υποκείμενο στο αντικείμενο της επιθυμίας του, εξαντικειμενικεύεται και η υποκειμενικότητα του ανθρώπου, έτσι ώστε να μην υπάρχει πια καμία απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που νομίζει και αυτό είναι. Με την εξαντικειμενίκευση του, η νόηση του ταυτίζεται με την αλήθεια και δεν υπάρχει πια περιθώριο λάθους· ό,τι γίνεται είναι σωστό, όπως και αν γίνεται, αφού είναι αυτό που είναι να γίνει και δεν έχει μείνει τίποτε άλλο να γενεί. Τότε, το γίγνεσθαι του ανθρώπου ανακυκλώνεται απερίσπαστα σε Είναι και αντίστροφα, αφού με τη σύγκλιση θέσης και φύσης περνά στην πλέρια φυσικότητα και στην αέναη επανάληψη του φυσικού της κύκλου, με τη μορφική του τελειότητα από την οποία δεν εξέχει τίποτε.
Η τελείωση είναι μία ευχή, που είναι πραγματική, εφόσον την ευχόμαστε πραγματικά· από εκεί και πέρα, για να πραγματοποιηθεί περνώντας στην πράξη και διαμορφώνοντας ανάλογα την πραγματικότητα μας, πρέπει να ακολουθήσει τον τρόπο που γίνεται ό,τι γίνεται. Ο τρόπος του γίγνεσθαι ορίζει εν δυνάμει το μέτρο που πρέπει να ακολουθήσει ο άνθρωπος στο παρόν για να πραγματοποιήσει την ευχή του στο μέλλον και να ολοκληρωθεί ενσωματώνοντας πλήρως το μέτρο της τελειωμένης, τέλειας και φυσικής μορφής του. Αυτό το εν δυνάμει μέτρο, που τίθεται εκ του γίγνεσθαι, μπορεί μεν να το παραβιάσει (αφού έχει την ελευθερία να το παραβεί, μιας και δεν το έχει ακόμη ενσωματώσει), αλλά, τον τιμωρεί, όπως, επίσης, τον επιβραβεύει, όταν ρυθμίζεται μαζί του και συγχρονίζεται με αυτό. Το εν δυνάμει μέτρο είναι αυτό που ισχύει τώρα και τίθεται στο παρόν ως αυτό που «πρέπει» να ακολουθήσουμε, (ενώ, το ενσωματωμένο μέτρο δεν είναι ηθικής κατηγορίας, αλλά αισθητικής, και συμβαίνει αυτόματα εκ της φυσικότητας της μορφής).

Το «πρέπει» είναι ένας τονισμός· τονίζει κάτι σαν σωστό, ξεχωρίζοντας το από ένα αδιάφορο πλήθος ισότιμων δηλώσεων, και μας προ-τείνει να το ακολουθήσουμε για πηγαίνουμε σύμφωνα με τους νόμους του γίγνεσθαι μας. Όταν τονίζουμε κάτι ως αυτό που πρέπει να γίνει, είναι για να επαναφέρουμε την πορεία μας στο εν δυνάμει μέτρο της ολοκλήρωσης μας, από το οποίο αποκλίνουμε επειδή δεν δίνουμε την πρέπουσα σημασία σε αυτό το κάτι που τονίζουμε και δίνουμε σε κάτι άλλο περισσότερη από όση χρειάζονται. Επειδή το θέμα του μέτρου είναι ακόμη ανοικτό για εμάς (ή, εν δυνάμει), τονίζεται η σημασία της ρευστότητας, για να αντισταθμίσει το μεγάλο βάρος που έχει δοθεί στη κατασκευή στερεοτύπων (στέρεων τύπων), που αντί να ενθαρρύνουν το κοινό μας γίγνεσθαι, το αποθαρρύνουν διότι είναι κατασκευές του μικρονοηκού φόβου και όχι της γενναιότητας που γεννά τις μορφές που μας προάγουν ως γένος στο γενικό γίγνεσθαι. [Έτσι, μια άλλη κατηγορία λέξεων του γέ-νους «γάμα» έρχεται τώρα να συζυγιστεί με αυτές του «ρο» για να γύρει το ζύγι των αποφάσεων μας προς τη πλευρά τους, ώστε να ισορροπήσουμε εν δυνάμει.]

Η δυναμική ισορροπία σημαίνει ισορροπία, μεν, στο παρόν, αλλά εν δυνάμει, εννοώντας ότι, όπως το παρόν είναι μια δυναμική έννοια του χρόνου, η οριστική ισορροπία, που ενσωματώνει πλήρως το μέτρο μας, δεν βρίσκεται στο παρόν ως πραγματοποιημένο παρελθόν, αλλά στο μέλλον ως απραγματοποίητο παρόν. Η ροή του χρόνου μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος μέσω ενός ρηματικού παρόντος λειτουργεί συνδετικά ανάμεσα στους δύο χρόνους, ανοίγοντας δίοδο μεταξύ της παράδοσης από τον παρελθόντα χρόνο και της προόδου από τον μέλλοντα, ώστε να ρέει απρόσκοπτα η πλεονάζουσα ενέργεια της παραδομένης πραγματικότητας στην περαιτέρω πραγματο-ποίηση της, εξασφαλίζοντας την ισόρροπη δυναμική της ανάπτυξη μας, πέραν της κεντρομόλας αδράνειας της πρώτης και πριν την κεντρόφυγο παραβατικότητα της δεύτερης, και κρατώντας μας σταθερά στη τροχιά του γίγνεσθαι, που μας κυκλο-φορεί, φέροντας μας στον κύκλο της ολοκλήρωσης μας.

Η ανεμπόδιστη κυκλο-φορία της ενέργειας ανάμεσα στο πριν και στο μετά συνέχει την πρόοδο με την παράδοση, έτσι ώστε το μπροστά να οδηγεί στο πίσω κυκλικά, μέχρι που το τέλος να επανασυνδέεται με την αρχή και οι χρονικές περίοδοι να διαδέχονται η μια την άλλη σε μια αέναη επανάληψη, σαν τις εποχές της φύσης. Η κυκλο-φορία αποφορτίζει τα άτομα από την «κακή ενέργεια», που εκλύεται από το κατακρατημένο πλεόνασμα ενέργειας μέσα στα κλειστά και φοβισμένα εγώ, που αγωνιούν για το τέλος τους, επειδή δεν συνέχονται με καμία αρχή. Η ενθάρρυνση της κυκλοφορίας τους με την αποκατάσταση της ροηκότητας και ρηματικότητας ανάμεσα στα υποκείμενα και τα αντι-κείμενα τους υποκείμενα, ρευστοποιεί τα εμπόδια και λειαίνει την επαφή των ατόμων διευκολύνοντας το ένα να περνάει στο άλλο μέσα από μια κυκλική αλληλουχία, στην οποία δεν υπάρχει τέλος για κανέναν, αφού κυκλοφορώντας πλήρως τον εαυτό του θα έχει μεταφερθεί στον διπλανό του πριν πεθάνει (κι όχι μετά, όπως λένε οι οπαδοί της μετενσάρκωσης).
Η αλληλουχία δεν σημαίνει τη διάχυση ή διάλυση των ατόμων σε μια άμορφη μάζα, που τα συνδέει επειδή είναι όλα πολτοποιημένα μέσα σε ένα χυλό από τον οποίο δεν ξεχωρίζει κανένα. Κάθε άτομο πρέπει να διανύσει το διάστημα του μέχρι το τέλος για να περάσει στο επόμενο του και πρέπει να διαφοροποιηθεί πλήρως μέχρι να ενωθεί ταυτοποιητικά με κάποιο άλλο. Αν δεν διανύσει κανένα διάστημα και καθηλωθεί στην αδράνεια της μάζας, δεν μπορεί να διαγραφεί κανένας κύκλος ανάμεσα στα άτομα που να τα κυκλο-φορεί. Ο κύκλος έχει κάποιο σχήμα, διαγράφεται με κάποιο τρόπο, το ίδιο και η τελειότητα του· δεν είναι κάτι άμορφο, ασαφές και συγκεχυμένο. Γι’ αυτό, η διάλυση της ατομικότητας δεν διαγράφει κανέναν κύκλο και καμία κυκλική αλληλουχία των ατόμων δεν είναι δυνατή, αν αυτά δεν έχουν ατομικότητα.

Επικαλούμαστε τη ρευστότητα και τα «ρο» ανάμεσα στα άτομα για να άρουμε ό,τι τα εμποδίζει να ενωθούν όντας διακεκριμένα· όχι για να τα καταργήσουμε, αλλά για να ενθαρρύνουμε το άνοιγμα τους, που δεν είναι τόσο εύκολο ή αυτονόητο, όπως το κλείσιμο. Το κλείσιμο και το κράτημα, η σταθερότητα και η στερεότητα, συμβαίνουν μηχανικά εκ της αδράνειας της καταγωγικής μας ύλης, που είναι επίσης σημαντική, αφού με τη συνεκτική της δύναμη επαναφέρει το μπροστά στο πριν, ώστε να μένει σε τροχιά κύκλου η πρόοδος μας και σε επαφή πάντα με την παράδοση, χωρίς να απομακρύνεται τόσο που να ξεκόβει από το παρελθόν, να διασπά την υλική του σταθερότητα και να καταργεί τη συνεκτική μας μνήμη.

Η μνήμη, κρατώντας μας σε επαφή με το πριν, υποστηρίζει τη σταθερότητα μας και υπερασπίζεται τη διακεκριμένη μας μορφή, όπως έχει διαμορφωθεί συν τω χρόνω. Μέσα από αυτήν αναγνωρίζουμε τον μέχρι τώρα εαυτό μας, ώστε να μην τον χάσουμε στη ροή του χρόνου, διαλυμένοι μέσα σε μια ακατάσχετη ρηματικότητα, αλλά να κρατήσουμε τα ονόματα μας για να πάμε παρα πέρα και ενωθούμε ως αυτοί που είμαστε κι όχι ως τίποτε. Χωρίς ονομαστικότητα δεν παράγει τίποτε η ρηματικότητα, αφού δεν έχει τίποτε να φέρει σε επαφή. Η δυναμική ισορροπία που απαιτεί το γίγνεσθαι μας, χρειάζεται τα ονόματα όσο και τα ρήματα, τη σταθερότητα όσο και τη ρευστότητα, το κράτημα όσο και το άνοιγμα· το σε ποιο βαθμό τα χρειάζεται τίθεται από το εν δυνάμει μέτρο μας και επισημαίνεται με τον τονισμό αυτού που πρέπει να γίνει κάθε φορά σύμφωνα με τις επιταγές του. Σε εποχές σφιγμένες χρειάζεται το άνοιγμα, σε εποχές ακατάσχετες το μάζεμα, ανάλογα πάντα με το τι προωθεί την ταυτοτική πραγματοποίηση του ανθρώπου, την πλήρη ενσωμάτωση του μέτρου της φυσικής του μορφής και τη σύγκλιση του παρόντος του με τον αέναο χρόνο Αυτού.

[33]

Ανεξάρτητα από τις προτεραιότητες που μπορεί να τίθενται σε κάθε εποχή μας για να ισορροπήσει δυναμικά προκρίνοντας τη μια ή την άλλη από τις μορφοποιητικές συνιστώσες μας, η πραγματο-ποίηση μας, γενικά, έχει να λύσει κυρίως θέματα ποιοτήτων κι όχι ποσοτήτων, θέματα που άπτονται του ερωτήματος ποιοι είμαστε και όχι πόσοι. Ο ποιοτικός προσδιορισμός μας είναι το ανοιχτό θέμα, αφού όλα δείχνουν ότι η ανα τις εποχές πραγματικότητα μας δεν έχει απαντήσει ικανοποιητικά στο ερώτημα ποιοί είμαστε. Η ελλιπής ικανο-ποίηση μας αφορά τον τρόπο της ύπαρξης μας, παρά τις όποιες ποσοτικές διαστάσεις της (σωματικές, πληθυσμιακές ή υλικές). Ο ποσοτικός προσδιορισμός δεν είναι κάτι ανοιχτό, αφού αφορά ό,τι έχει ήδη συμβεί και είναι ήδη κάτι, που ως κάτι έχει διαστάσεις και καταλαμβάνει χώρο.

Η ποιότητα άπτεται του χρόνου, για αυτό είναι ανοιχτή στο γίγνεσθαι. Η ποσότητα ανήκει στον χώρο, διότι σε θέματα ποσοτήτων ότι έγινε έγινε κι αυτό είναι· είναι εκεί και έχει κάποιες διαστάσεις. Με αυτήν την έννοια, η ποσότητα αποτελεί παρελθόν και είναι μέρος της παράδοσης μας, μιας και έχει να κάνει με μια παρα-δε-δομένη κατάσταση της ύλης, για την οποία δεν έχουμε να κάνουμε και πολλά πέραν να τη μετρήσουμε και να την αναλύσουμε. Από την ανάλυση ποσοτήτων μπορεί να μαθαίνουμε αρκετά, αλλά δεν είναι ικανο-ποιητικά αν δεν παίζουν ρόλο στη σύνθεση της ποιοτικής γνώσης, που απαντά στο ερώτημα «ποίος ο άνθρωπος».

[Από το «Ποίος» βγαίνει το «Ποιώ» (στα ελληνικά), ενώ από το «πόσος» δεν βγαίνει κάποιο ρήμα, τίποτε που να κάνει κάτι. Η ποσότητα δεν μας πηγαίνει κάπου και δεν μας οδηγεί πουθενά χωρίς τη ρηματική αγωγή που έχει η Ποίηση, η Ποιότητα και όλα τα Ποιητικά παράγωγα του ε-ρω-τήματος ποί-ον το γέ-νος μου. Αυτές οι ομάδες λέξεων περί των «ρω», «ποι» και «γε» αναπτύσσουν εκ-λεκτικές συγγένειες και συμμαχίες που ενισχύουν τη γλώσσα (την ελληνική, εδώ) στην απόπειρα της να ερμηνεύσει την πραγματικότητα χωρίς να φοβάται τη συντριβή της από την ποσότητα και τη δύναμη της αδράνειας της.]

Η ποσότητα σχετίζεται με την υλική μας υπόσταση και η σχέση μας μαζί της πρέπει να είναι ανάλογη με αυτήν που έχουμε με την ύλη. Όπως η ύλη, έτσι και η ποσότητα είναι ένα αναμφισβήτητο δεδομένο που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, όχι όμως και να προσβλέπουμε σε αυτό. Αν και αποτελεί το στοιχειώδες πρόπλασμα των μορφών και συνιστά το απαραίτητο στήριγμα τους στον χώρο, δεν είναι αυτό που τις ανορθώνει από το τίποτε. Αυτό που ποιεί τις μορφές είναι η δύναμη της ποιητικότητας. Η ποσότητα ως υλική διάσταση των μορφών είναι παράγωγο της ποιητικότητας. Γι’ αυτό, δεν μπορεί να αποτελεί επιδίωξη μας, αφού πολύ απλά ορίζει ένα παράγωγο κι όχι αυτό που μας άγει. Αν επιδιώκουμε κάτι που ήδη υπάρχει και αποτελεί συμβάν στον χώρο, είναι σαν να θέλουμε να στρέψουμε τον χρόνο προς τα πίσω, προς το παρελθόν κι έτσι να τον παγώσουμε σε ένα ακίνητο παρόν. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι πολιτισμοί έθεσαν ποσοτικούς στόχους, δεν προσέφεραν τίποτε άλλο από καθυστέρηση στην εξέλιξη του ανθρώπου.

Ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι ποιοτικός για να ποιεί ποσότητες δίνοντας υλική υπόσταση σε νέες μορφές. Αν είναι ποσοτικός, όχι μόνο δεν μπορεί να ποιήσει τίποτε ποιοτικό, αλλά εγκλωβίζει την ποιητικότητα σε ένα στάσιμο-πληθωρισμό ποσοτήτων που δεν προσθέτουν τίποτε καινούργιο· απλά, γεμίζουν ασφυκτικά τον χώρο με πανόμοια στερεότυπα που πνίγουν τη φαντασία ώστε ο νους να παραδίδεται άνευ όρων στην αδιέξοδη ομοιομορφία τους και να παραιτείται από οποιαδήποτ